«Κλειδί» τα κεφάλαια για τη bad bank

•    Ποιες οι κόκκινες γραμμές και οι γκρίζες ζώνες
•    Σχεδιασμός στη βάση του μοντέλου του SSM

Γράφει Χρύσω Αντωνιάδου

«Ποιος θα βάλει τα κεφάλαια για τη δημιουργία της Bad Bank;». Αυτό είναι το καίριο ερώτημα που καλούνται να απαντήσουν Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, Υπουργείο Οικονομικών και εμπειρογνώμονες, οι οποίοι θα ετοιμάσουν ολοκληρωμένο σχεδιασμό για τη δημιουργία της «κακής τράπεζας».

Ο σχεδιασμός γίνεται στη βάση του μοντέλου που επιθυμεί ο Εποπτικός Μηχανισμός (SSM):

Πρώτο, εθνικές «κακές τράπεζες» πρέπει να είναι ιδιωτικές ή συνδυασμός ιδιωτικής και κρατικής συμμετοχής και αυτοχρηματοδοτούμενες. 
Δεύτερο, τα κράτη να μην παραχωρούν κρατικές ενισχύσεις. 
Τρίτο, οι τράπεζες να λειτουργούν κατά τρόπο που εξυπηρετούν τα χαρακτηριστικά του τραπεζικού συστήματος κάθε χώρας.
Τέταρτο, να επικοινωνούν και να ελέγχονται από έναν πανευρωπαϊκό κόμβο δεδομένων από την ΕΚΤ και τον SSM.
Πέμπτο, να διασφαλίζεται η διαφάνεια μεταξύ τραπεζών, επενδυτών, μετόχων και δανειοληπτών. 

Συμμετοχή
Ένα δεύτερο εξίσου καίριο ερώτημα είναι εάν οι κυπριακές τράπεζες, οι πλείστες των οποίων έχουν ξεφορτωθεί μεγάλο μέρος των μη εξυπηρετούμενων δανείων τους, είναι διατεθειμένες να συμμετάσχουν στη bad bank και με ποιους όρους. 
Ένα τρίτο ερώτημα είναι εάν τα κόμματα είναι διατεθειμένα να ψηφίσουν την έγκριση της δημιουργίας μιας τέτοιας τράπεζας, νοουμένου ότι η Κύπρος εισέρχεται σε περίοδο δυο εκλογικών αναμετρήσεων, πρώτα βουλευτικών μετά προεδρικών εκλογών.

>>> Ροή Ειδήσεων Brief – Επιλεγμένο περιεχόμενο <<<

Απαιτήσεις
Πληροφορίες της Brief από γνώστες των μοντέλων «bad bank» εξηγούν πως κατά τη δημιουργία και λειτουργία μιας τέτοιας τράπεζας θα πρέπει να διασφαλίζονται οι κανόνες ανταγωνισμού, οι κανόνες δημοσιονομικής και κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών, η χρηματοδότηση και ο χρόνος υλοποίησης της «bad bank». 

Η πρόθεση της Κυβέρνησης, όπως εκφράστηκε από τον Υπουργό Οικονομικών Κωνσταντίνο Πετρίδη, είναι η μετατροπή της Κυπριακής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων (ΚΕΔΙΠΕΣ) σε κρατικό φορέα διαχείρισης δανείων (AMC). 
Το σημείο αναφοράς, το οποίο και θα κρίνει τη λειτουργία της, είναι η χρηματοδότησή της, δηλαδή με ποια κεφάλαια θα κεφαλαιοποιηθεί. Έτσι ως πρώτη σκέψη παρουσιάζεται η μετατροπή της ΚΕΔΙΠΕΣ σε AMC, η οποία από το 2018 μέχρι σήμερα εισέπραξε περίπου 700 εκατ. ευρώ από τη διαχείριση χορηγήσεων και ακινήτων.

​​​​​​​>>> Ροή Ειδήσεων Brief – Επιλεγμένο περιεχόμενο <<<

Όμως, η ΚΕΔΙΠΕΣ μπορεί να ανταποκριθεί στη βάση του μοντέλου που προτείνει Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τους Φορείς Διαχείρισης Δανείων (Asset Management Companies AMC); Πληροφορίες μας αναφέρουν ότι και πάλι ως πρώτη ιδέα είναι να διαμοιραστεί το ρίσκο του δανείου που θα περάσει στην «κακή τράπεζα» μεταξύ ΚΕΔΙΠΕΣ και τραπεζών. 

Ταυτόχρονα, επιζητείται συντονισμός μεταξύ ΚΕΔΙΠΕΣ, εμπορικών τραπεζών, κράτους, Κεντρικής Τράπεζας και ευρωπαίων εποπτών, νοουμένου ότι η Εταιρεία έχει δεσμευθεί στη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (DGComp) να διαχειρίζεται μόνο τα  περιουσιακά στοιχεία που βρίσκονται στη διάθεσή της.

Σημειωτέο ότι τα περιουσιακά στοιχεία και το μετοχικό κεφάλαιο της ΚΕΔΙΠΕΣ αποπληρώνουν την κρατική βοήθεια που παραχωρήθηκε στον πρώην Συνεργατισμό. 

Πώς βοηθά η Bad Bank
Ως εταιρεία η «κακή τράπεζα» απομονώνει τη ρευστότητα και τα περιουσιακά στοιχεία υψηλού κινδύνου που κατέχει μια τράπεζα και τα οποία αυξάνουν τους κινδύνους, καθιστώντας δύσκολο για την τράπεζα να συγκεντρώσει κεφάλαια. Μέσω της μεταφοράς των ΜΕΔ σε άλλη εταιρεία, τα τραπεζικά ιδρύματα παρουσιάζουν βελτίωση  στους ισολογισμούς τους και έχουν μεγαλύτερη ευχέρεια να χρηματοδοτούν την οικονομία.

Σε άλλες χώρες που λειτούργησαν «κακή τράπεζα», τις περισσότερες φορές, η  συμμετοχή των  συστημικών τραπεζών έχει εθελοντικό χαρακτήρα. 

Κάθε τράπεζα μπορεί να επιλέγει τα χαρτοφυλάκια που θα μεταφέρει στην «κακή τράπεζα» και δεν αποτρέπονται συμφωνίες με εταιρείες διαχείρισης NPLs.

Τραπεζικές πηγές εξηγούσαν πως ένα άλλο σημαντικό σημείο είναι η τιμολόγηση των δανείων που θα μεταφερθούν. Η κόκκινη γραμμή είναι η εξής: Aν η «bad bank» αγοράσει ένα δάνειο σε αξία πάνω από την αντικειμενική αξία  (fair value) μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι κρατική ενίσχυση και προκαλέσει την αντίδραση της Ε.Ε. Από την άλλη, αν τα δάνεια αγοραστούν σε χαμηλότερες τιμές από αυτές που έχουν περάσει στους ισολογισμούς των τραπεζών, τότε οι τράπεζες θα υποστούν ζημιές.

Από πλευράς Κεντρικής Tράπεζας Κύπρου δηλώνεται πως η «bad bank» θα βοηθήσει:
•    στα προβλήματα που δημιουργούνται από τα αποθέματα των ΜΕΔ και τις επιπτώσεις στα εποπτικά κεφάλαιά τους.
•    την ενίσχυση της οργανικής κερδοφορίας.
•    τη διαμόρφωση συνθηκών διαφάνειας για την ορθή απεικόνιση των ζημιών των δανειακών χαρτοφυλακίων των τραπεζών. 
•    την απελευθέρωση χρηματοδοτικών πόρων για ενίσχυση της πραγματικής οικονομίας.

Για να ιδρυθεί μια «bad bank» απαιτούνται δύο μέρη: 
•    Tο δημόσιο θα χρηματοδοτήσει το εγχείρημα ανάλογα με το ποσοστό συμμετοχής του κράτους.
•    Οι ιδιώτες μέτοχοι π.χ. ξένα funds και εταιρείες private equity.
 
Τα μοντέλα NAMA και SAREB
Ιστορικά να αναφέρουμε πως, σύμφωνα με το ιρλανδικό μοντέλο, η ΝΑΜΑ (Εθνική Υπηρεσία Διαχείρισης Ενεργητικού),  χρηματοδοτήθηκε κατά 51% από ιδιωτικά κεφάλαια και κατά 49% από το κράτος. Στη ΝΑΜΑ είχαν μεταβιβαστεί μη εξυπηρετούμενα δάνεια από όλο το φάσμα των τραπεζικών δραστηριοτήτων. 

Η τράπεζα αγόρασε ομόλογα που εκδόθηκαν το 2010 30,2 δις ευρώ και με την εγγύηση του ιρλανδικού δημοσίου. Στο τέλος του 2017 η ΝΑΜΑ εξόφλησε το χρέος της στο κράτος και τους ιδιώτες ομολογιούχους και αποκόμισε και κέρδη πέραν των 2 δις ευρώ.
H ΝΑΜΑ ιδρύθηκε μετά την κρίση του 2008 και χρηματοδοτήθηκε από ιδιωτικά κεφάλαια (51%) και το κράτος (49%). Στη NAMA είχαν μεταβιβαστεί ΜΕΔ από όλο το φάσμα των τραπεζικών δραστηριοτήτων, συνολικής λογιστικής αξίας 74 δις. 

Στην Iσπανία, το 2012, συστάθηκε η SAREB, στην οποία οι ιδιώτες διαθέτουν το 55% και το κράτος 45%. Σε αυτήν μεταφέρθηκαν «κόκκινα» δάνεια 55 – 60 δις ευρώ. Τα περισσότερα δάνεια ήταν επιχειρηματικά, κυρίως του real estate, μετά το κραχ στην αγορά ακινήτων. 

Χρύσω Αντωνιάδου
 
1955