Πώς θα κινηθούν οι τράπεζες ενόψει της αύξησης επιτοκίων

Οι οικονομολόγοι Γιάννης Τελώνης και Μιχάλης Φλωρεντιάδης, αναλύουν στην Brief τις ενδεχόμενες κινήσεις των τραπεζών

ΓΡΑΦΕΙ Ο ΑΓΓΕΛΟΣ ΑΓΓΕΛΟΔΗΜΟΥ


Ενδεχομένως να μην προχωρήσουν άμεσα σε αύξηση επιτοκίων οι κυπριακές τράπεζες, αναμένοντας και τις επόμενες κινήσεις που έχει προαναγγείλει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα εκτιμούν οικονομικοί αναλυτές.

Υπενθυμίζεται ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) αύξησε τα βασικά της επιτόκια κατά 50 μονάδες βάσης, αντί 0,25 που είχε ανακοινωθεί νωρίτερα, προχωρώντας σε μεγαλύτερο πρώτο βήμα ομαλοποίησης των επιτοκίων, σε μια προσπάθεια ελέγχου του πληθωρισμού στην ΕΕ, ο οποίος βρίσκεται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα. Πρόκειται για την πρώτη αύξηση επιτοκίων στην ευρωζώνη από το 2011. Η ΕΚΤ προανήγγειλε περαιτέρω αυξήσεις των επιτοκίων, σημειώνοντας ότι «κατά τις προσεχείς συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου, θα είναι ενδεδειγμένη η περαιτέρω εξομάλυνση των επιτοκίων».

Μιλώντας στην Brief, ο οικονομολόγος Γιάννης Τελώνης ανέφερε ότι δεν αναμένει η αγορά να ακολουθήσει αμέσως τις κατευθυντήριες γραμμές της ΕΚΤ για μια σειρά από λόγους. Ο πρώτος, όπως είπε είναι πρακτικός και αφορά στο γεγονός ότι μπαίνουμε στον Αύγουστο τον μήνα των αδειών και ενδεχομένως οι τράπεζες να μην προλάβουν να αλλάξουν αμέσως την τιμολογιακή τους πολιτική και έτσι να το αφήσουν από Σεπτέμβρη. Ο δεύτερος λόγος είναι πιο ουσιαστικός και έχει να κάνει και με την κερδοφορία τους. Εάν προχωρήσουν τώρα σε αύξηση επιτοκίων, θα πρέπει την ίδια ώρα να τερματίσουν την πολιτική επιβολής τέλους επί των καταθέσεων που είχαν υιοθετήσει εξαιτίας των μηδενικών ή και αρνητικών επιτοκίων. Ωστόσο, από το συγκεκριμένο τέλος οι τράπεζες ενδεχομένως να έχουν περισσότερα να κερδίσουν σε σχέση με μια αύξηση των επιτοκίων και έτσι υπάρχει η πιθανότητα να παρατείνουν λίγο ακόμα την ισχύουσα κατάσταση. Ένας τρίτος λόγος είναι η πολιτική της ΕΚΤ. Η ευρωπαϊκή τράπεζα ήδη έχει εξαγγείλει ότι θα προχωρήσει και σε νέες αυξήσεις των επιτοκίων μέχρι το τέλος του χρόνου και έτσι για να μην αλλάζουν συνεχώς την τιμολογιακή τους πολιτική, οι τράπεζες ενδεχομένως να αναμένουν να αυξηθούν τα επιτόκια τουλάχιστον κατά 1% προτού ακολουθήσουν και αυτές. Τέλος υπάρχει ο φόβος ότι σε περίπτωση αύξησης των επιτοκίων ελλοχεύει ο κίνδυνος ορισμένα δάνεια να καταστούν μη εξυπηρετούμενα. Αν και θεωρείται απομακρυσμένο αυτό το ενδεχόμενο, οι τράπεζες θέλουν να είναι πολύ προσεκτικές στο χειρισμό του συγκεκριμένου θέματος ώστε να μην γυρίσει μπούμεραγκ η αύξηση των επιτοκίων.

Κληθείς να σχολιάσει την κίνηση της ΕΚΤ στο ευρύτερο οικονομικό της πλαίσιο, ο κ. Τελώνης σημείωσε ότι ουσιαστικά αναγκάστηκε να προχωρήσει σε αυτή την κίνηση και μάλιστα ενδεχομένως να καθυστέρησε αφού είχαν προηγηθεί οι αυξήσεις των επιτοκίων από πλευράς της κεντρικής τράπεζας των ΗΠΑ (FED). Ωστόσο, η ΕΚΤ είχε να σκεφτεί και το γεγονός ότι εντός της ευρωζώνης οι χώρες δανείζονται με διαφορετικό επιτόκιο και δεν ήθελε να αυξηθεί η διαφορά του κόστους που έχει για παράδειγμα η Γερμανία με τις χώρες του νότου, μεταξύ των οποίων είναι η Ιταλία, η Ελλάδα και η Κύπρος. Γενικότερα όμως η ΕΚΤ προχώρησε σε αυτή την κίνηση, όπως ανέφερε ο κ. Τελώνης για δυο βασικούς λόγους. Να χτυπήσει τον πληθωρισμό και να στηρίξει το ευρωπαϊκό νόμισμα.

Από την πλευρά του, ο οικονομολόγος Μιχάλης Φλωρεντιάδης σημείωσε ότι αναπόφευκτα και οι κυπριακές τράπεζες θα ακολουθήσουν την ΕΚΤ στην αύξηση των επιτοκίων, αλλά ο βαθμός αύξησης θα εξαρτηθεί από το κάθε δάνειο ξεχωριστά και τους όρους που το διέπουν. Όσον αφορά στα δάνεια εξαρτάται αν είναι συνδεδεμένα με το euribor ή το βασικό επιτόκιο της ΕΚΤ ενώ από πλευράς καταθέσεων, η αύξηση θα εξαρτηθεί αν προηγουμένως με αρνητικά επιτόκια η τράπεζα έδινε πάλι 0%.

Ο κ. Φλωρεντιάδης αναφέρθηκε με τη σειρά του στο φόβο για τυχόν αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, επισημαίνοντας ότι οι τράπεζες θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικές στην αύξηση των δανειστικών επιτοκίων. Παράλληλα, σε ένα άλλο επίπεδο, σημείωσε το ενδεχόμενο επιβράδυνσης της ανάπτυξης της οικονομίας από την αύξηση των επιτοκίων, τονίζοντας ότι σε μια δύσκολη συγκυρία όπως είναι η σημερινή, θα πρέπει να προσέχουμε ιδιαίτερα τους παράγοντες που δημιουργούν ύφεση.

ΑΓΓΕΛΟΣ ΑΓΓΕΛΟΔΗΜΟΥ
 
2215