ΑΠΟΨΗ: Τιμές που καίνε - Πρώτα οι παραδοχές

Αυτός ο πληθωρισμός είναι κοινωνικό ζήτημα, και σαν τέτοιο πρέπει να αντιμετωπιστεί

ΓΡΑΦΕΙ Ο ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΕΡΣΙΑΝΗΣ*

Το ζήτημα δεν είναι μόνο ότι ο πληθωρισμός σήμερα καίει τις τσέπες των νοικοκυριών. Το μεγαλύτερο ζήτημα είναι πως θα συνεχίσει να μειώνει τα πραγματικά εισοδήματα, όχι μόνο φέτος αλλά και μέσα στο 2023. Οι κυβερνήσεις καλούνται να αντιδράσουν, ενώ οι νομισματικές αρχές ανεβάζουν τα επιτόκια με στόχο να επανακτήσουν τον έλεγχο των τιμών και να συγκρατήσουν την ισοτιμία του ευρώ. Η εποχή των γλυκών επιτοκίων, του φθηνού δανεισμού και της εύκολης εξυπηρέτησης χρεών, έχει τελειώσει. 

Μέσα στους αιώνες, φυσικά, μάθαμε πολλά- βασιλείς και αυτοκράτορες που υποτίμησαν το νόμισμα για να καλύψουν χρέη, επαναστάτες που διέταξαν – ανεπιτυχώς- τους πολίτες πώς να τιμολογούν τα νέα χαρτονομίσματα, ηγέτες που δημιούργησαν κρίσεις με κακοσχεδιασμένα πλαφόν. Και, εσχάτως, κυβερνήσεις που επιχειρούν να σβήσουν τη φωτιά ρίχνοντας λάδι. 

Η αύξηση των επιτοκίων από τις νομισματικές αρχές δεν θα μειώσει τον πληθωρισμό παρά μόνο σε οριακό επίπεδο που δεν θα γίνει αισθητό από επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Θα αυξήσει, όμως, τα επιτόκια μετά από αρκετούς μήνες δηλώσεων πως ο πληθωρισμός είναι παροδικός, σε πείσμα όλων των ενδείξεων, και μάλιστα σε ένα χρονικό σημείο κατά το οποίο απαιτείται ένας τρομακτικός όγκος επενδύσεων από τον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα,. 

Κάτω από αυτή την συγκυρία καλούνται οι κυβερνήσεις να «λάβουν μέτρα» για αποκλιμάκωση των τιμών. Ενώ η αδράνεια δεν αποτελεί επιλογή, την ίδια στιγμή είναι εξαιρετικής σημασίας για τις επιχειρήσεις, τους εργαζόμενους και τους πολίτες να έχουμε ξεκάθαρη εικόνα, τί θέλουμε να πετύχουμε με τα μέτρα. 

Αν η προσπάθεια είναι να μειωθούν οι τιμές, τότε θα οδηγηθούμε με βεβαιότητα σε κακές επιλογές, σπατάλη πόρων και διαβεβαιώσεις πως «γίνεται ό,τι είναι δυνατόν». Φυσικά, όταν αυτό το επεισόδιο θα τελειώσει, κυβερνήσεις και νομισματικές αρχές θα διεκδικήσουν την μητρότητα της μείωσης των τιμών. Ως τότε, όμως, θα είναι αργά. 

Με την νομισματική επιλογή κατευθυνόμενη από τις ανάγκες του θεαθήναι, πλέον το βάρος πέφτει στις δημοσιονομικές αρχές για να λύσουν, όχι μόνο το πρόβλημα που ταράσσει την παγκόσμια οικονομία, αλλά και το πρόβλημα που δημιουργείται με την κακή επιλογή των νομισματικών αρχών. Ο στόχος τους πρέπει να είναι ξεκάθαρος και ρητός. 

Ο στόχος «να μειωθούν οι τιμές» είναι βέβαιο πως θα αποτύχει και μάλιστα με υψηλό δημόσιο κόστος. Έτσι, δεν παραμένει παρά μία και μοναδική επιλογή: Αφενός να μειωθούν οι στρεβλώσεις στην οικονομία, με την φορολογική μεταρρύθμιση που έχει ήδη αρχίσει και η οποία αποσκοπεί, όχι μόνο στην διασφάλιση των αριθμών αλλά και στην μείωση του φορολογικού και διοικητικού φόρτου.

Αφετέρου, να στηριχθούν τα νοικοκυριά και οι μικρές επιχειρήσεις που έχουν την μεγαλύτερη ανάγκη

Τα μέτρα πρέπει να είναι ανακουφιστικά, κοινωνικού ύφους, με σκοπό να διατηρηθούν οι θέσεις εργασίας και να προστατευτούν κατά το δυνατόν οι μισθοί, και δη οι χαμηλότεροι στην κοινωνία μας.

Για να πετύχει ο πραγματικός στόχος, ο οποίος είναι κοινωνικά δίκαιος και οικονομοτεχνικά εφικτός, πρέπει να μέτρα να είναι στοχευμένα, συγκεκριμένα, και κοστολογημένα. Έτσι, θα ενισχύσουν τη σημαντική προσπάθεια που γίνεται μέσα από το Πρόγραμμα Ανθεκτικότητας και Ανάπτυξης, του οποίου ο σχεδιασμός προβλέπει εκτενείς πράσινες επενδύσεις, δημιουργία θέσεων εργασίας και μεσοπρόθεσμα την μείωση του ενεργειακού αποτυπώματος (και επομένως, κόστους) των νοικοκυριών και επιχειρήσεων. 

Πρώτα από όλα, όμως, η δύσκολη περίοδος που διανύουμε απαιτεί σοβαρότητα. Η πιο σημαντική παραδοχή είναι πως κάτω από τις σημερινές συνθήκες, ιδιάζουσες και περίπλοκες, κυβερνήσεις, κόμματα, κοινοβούλια ή υπουργεία δεν μπορούν να μειώσουν τον πληθωρισμό. Η προσπάθεια, δε, να γίνει κάτι τέτοιο, αποτελεί κλασσικό παράδειγμα κακών επιλογών και κούφιων υποσχέσεων τις οποίες πρέπει να εγκαταλείψουμε αν σεβόμαστε τους πολίτες. 

Τα στοχευμένα κοινωνικά μέτρα ανακούφισης, μαζί με την επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων και επιπλέον κινήσεις όπως την προσεκτική υιοθέτηση ενός κατώτατου μισθού, την ενίσχυση της προστασίας των μικρών επιχειρήσεων και την προώθηση κρατικών επενδύσεων, αποτελούν την μόνη επιλογή που έχει ελπίδες να επιτύχει κάτω από τη σημερινή συγκυρία. Και, ενώ η ανακουφιστική πολιτική (πρέπει να) συνεχίζεται, δεν πρέπει να συνεχίσει η Πολιτική σκηνή να υπόσχεται μείωση των τιμών, χάριν της οποίας θα σπαταλήσει πόρους χωρίς κανένα αντίκρισμα στις τιμές και, τελικά, με κόστος κυρίως σε εκείνα τα νοικοκυριά τα οποία διατείνεται πως θέλει να στηρίξει. 

*Πρόεδρος Δημοσιονομικού Συμβουλίου

 
1051