ΑΠΟΨΗ: Δημοσιογραφικές Κραυγές και Ωδίνες

Δεινότητα παραποίησης, ψευδεπίγραφης σπουδαιότητας, ρητορικής μίσους απέναντι στον Άλλο, αλαζονείας και παντογνωσίας

ΓΡΑΦΕΙ Η
ΗΒΗ ΛΑΜΠΡΟΥ*

Αρχές της βδομάδας ήθελα να γράψω για την εμπιστοσύνη που έδειξε ο Πρόεδρος και το περιβάλλον  του στο ΓΕΣΥ (σιδερένιος Πρόεδρε) , μετά μας ήρθε ο επισκέπτης από τη Συρία και θυμήθηκα ξανά το εκπαιδευτικό μας σύστημα και το μύθο που μας πουλά για  τη γεωγραφική μας θέση (στο σταυροδρόμι των ηπείρων, όλοι μας λιμπίζονται, αλλά εμείς… Ευρώπη) , και κατόπιν με χτύπησε κατάμουτρα η δημοσιογραφική μας δεινότητα. Βεβαίως  αναφέρομαι στις αναλύσεις τις πυραυλικές, αλλά και στο αισχρό εκείνο δημοσίευμα για την γυναικοκτονία που αλλοιώθηκε  στο βαθμό που έμοιαζε ο τίτλος με αφιέρωμα σε μια ιστορία Ρωμαίου και Ιουλιέτας.

>>> ΟΛΗ Η ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ BRIEF ΜΕ ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ <<< 

Δεινότητα παραποίησης, ψευδεπίγραφης σπουδαιότητας, ρητορικής μίσους απέναντι στον Άλλο, αλαζονείας και παντογνωσίας,  «χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην , χωρίς αιδώ» όπως θα λέγε ο ποιητής, αν και έχουμε ευθύνη για τα γραφόμενα μας.  Με αγωνία διαβάζω το όνομα του συντάκτη κάτω από κάθε τέτοιο κατασκεύασμα. Ήταν άραγε δικός μου φοιτητής; Παρακολούθησε δικό μου μάθημα; Σπάνια έχω τέτοια προσωπική ήττα , αλλά το επάγγελμα κτυπιέται εκ τον έσω καθημερινά (όπου έσω δεν είναι απαραίτητα ο δημοσιογράφος)

Η δημοσιογραφία λοιπόν, αφορά την καταγραφή της καθημερινότητας, την ανάδειξη μιας είδησης  με σεβασμό  στο θέμα,  στους συμμετέχοντες, στον πολίτη-καταναλωτή.  
Καταδεικνύει συνδέσεις , αναλύει εξελίξεις, συζητά σενάρια, και επιτρέπει στον πολίτη να αποφασίσει μόνος του. Δεν κατασκευάζει ειδήσεις, δεν δίνει έτοιμη, μασημένη τροφή, δεν εκφράζει κάτω από έναν μανδύα ‘αντικειμενικότητας’, στρατευμένες απόψεις. Δεν είναι επί τούτου αντίδικος της εξουσίας, αλλά δεν είναι και σύμμαχος της. Οι δημοσιογράφοι που βρίσκουν θέσεις σε  ψηφοδέλτια και επιτελεία εκλογικά εκμεταλλεύονται τη δημοσιότητα της θέσης αλλά  όπως θα έλεγε ο Max Weber, η δημοσιογραφία βλάπτεται ανεπανόρθωτα από την εμπλοκή των στελεχών της στην επαγγελματική πολιτική.

Η σύγχρονη δημοσιογραφία, καλείται να απαντήσει σε δυο μεγάλες προκλήσεις : η πρώτη έχει να κάνει με την σχέση της με την ( δημοσιογραφική)αλήθεια, η οποία ουσιαστικά προφυλάσσεται μόνο μέσα από τη διασταύρωση της πληροφορίας , την έρευνα και την ανεξαρτησία Δημοσιογράφου και Μέσου από συμφέροντα οικονομικά, κοινωνικά , πολιτικά. 

Η δεύτερη έχει να κάνει με τις ρόλο της  δημοσιογραφίας στην κοινωνία, και συνεπώς με την εκπαίδευση των δημοσιογράφων και την κατοχύρωση του επαγγέλματος.  Οι δημοσιογράφοι, πρέπει να έχουν γνώσεις πέρα από τις δημοσιογραφικές δεξιότητες. Να έχουν βάσεις στις  πολιτικές και κοινωνικές επιστήμες, στις θεωρίες της επικοινωνίας, στα οικονομικά έστω και αν το πεδίο ενασχόλησης τους είναι  η αθλητική δημοσιογραφία. Πρέπει να αναπτύξουν αισθητικά κριτήρια, να είναι οι ίδιοι μιντιακά εγγράμματοι.  Δεν χωράνε όλοι στη Δημοσιογραφία. Δεν είναι χώρος εύκολης και γρήγορης κερδοφορίας.  Το «καλό μαχαίρι όλα τα σφάζει , όλα τα μαχαιρώνει» δεν είναι οδηγός. Η κατοχύρωση του επαγγέλματος , ο εκσυγχρονισμός και η τήρηση της δημοσιογραφικής δεοντολογίας απαιτούνται. Ζητούμενο είναι και η ευθυγράμμιση της Δημοσιογραφίας με την Δημοκρατία, όχι πια ως τέταρτη εξουσία όπως βαυκαλιζόμαστε να φωνασκούμε, αλλά ως βάση της λειτουργίας των δημοκρατικών θεσμών, ως φορέας απόψεων και επιχειρημάτων .

>>> ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΕΡΕΥΝΕΣ & ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ ΤΗΣ BRIEF <<<

ΥΓ. Το μόνο παρήγορο είναι πως δεν ψαχνόμαστε μόνο εμείς. Η δημοσιογραφία ψάχνεται και πειραματίζεται  σε Μέσα, σε πανεπιστήμια , σε χώρες εσπερίας και ανατολής.

*Η Ήβη Λάμπρου είναι καθηγήτρια στο Τμήμα Δημοσιογραφίας του Πανεπιστημίου Frederick

Ήβη Λάμπρου
 
152
Thumbnail

Δεν θα συμβιβαστούμε με μια λογική περί πολιτισμού που τον αντιμετωπίζει ως κάτι που ανήκει σε λίγους. Που τον περιορίζει σε αποθήκες, αρχειοφυλάκια και στασιμότητα. Η λογική του κατεστημένου μέσα από το οποίο οι πιο «προχωρημένοι» αποτελούσαν την εξαίρεση, δεν ταιριάζει στην εποχή μας

ad1mobile


Του Μιχάλη Περσιάνη*
Όταν το τέλος του 2014 η Τράπεζα Κύπρου άλλαξε διεύθυνση, μια από τις κινήσεις που άρχισαν να γίνονται, ήταν και ο ορθολογισμός των δύο πολιτιστικών ιδρυμάτων, (Κύπρου και Λαϊκής), τα οποία είχαν πλέον συνενωθεί. Η διαδικασία άρχισε με την διερεύνηση των δεδομένων που παραλήφθηκαν από την νέα διεύθυνση.

Η εικόνα ήταν μάλλον καταθλιπτική για δύο λόγους.

Πρώτο, η ποιότητα των διευθυντικών πρακτικών δεν ήταν στα απαιτούμενα επίπεδα.

Δεύτερο, ήταν ένα σύστημα ημετέρων προς ημετέρους, με ελάχιστες λαμπρές εξαιρέσεις από άτομα με μεράκι. Ορισμένοι συνεχίζουν ένα εξαίρετο έργο από άλλους ρόλους και συχνά με προσωπικό κόστος.

Το έργο απευθυνόταν σε ένα στενό ακροατήριο, αυτοαναφορικό, ομφαλοσκοπικό και αναχρονιστικό. Η λογική που επικρατούσε ήταν πως δεν αξίζει στην υπόλοιπη κοινωνία να έχει πρόσβαση στο έργο που γίνεται, αφού «οι πολλοί» δεν αξίζουν τέτοιας ευκαιρίας.

Αυτές οι καταστάσεις βρήκαν τέλος.

Όσον αφορά στις εκδόσεις, υπήρχαν τότε 537 τίτλοι και 237 χιλιάδες αντίτυπα στις αποθήκες. Κλειστά, αδιάθετα, εγκλωβισμένα, φυλαγμένα σε συνθήκες πολύ χειρότερες από τις σημερινές.

>>> Όλες οι ειδήσεις χρονολογημένες - επιλεγμένο περιεχόμενο <<< 

Η πολιτική που ακολουθήθηκε έκτοτε είναι πως ο πολιτισμός δεν είναι για τους λίγους.

Δεν είναι προνόμιο μιας αστικής ελίτ που αποκλείει τους άλλους με την πρόφαση μιας δήθεν υψηλής ποιότητας.

Οι εκδόσεις διατέθηκαν, διατίθενται και θα διατίθενται. Επίσης ψηφιοποιούνται για τον απλούστατο λόγο πως βρισκόμαστε στο 2019 αλλά και για να ενισχυθεί η περεταίρω διάχυσή τους στην κοινωνία.

Χιλιάδες αντίτυπα διατέθηκαν στο Υπουργείο Παιδείας για να παραχωρηθούν σε σχολεία. Άλλα τόσα παραχωρήθηκαν στην Αρχιεπισκοπή για τις κατά τόπους βιβλιοθήκες της αλλά και στις τοπικές αρχές και κοινότητες για ενίσχυση της δικής τους προσπάθειας για αποκέντρωση του πολιτισμού. Έγιναν παζαράκια με πολύ υψηλές εκπτώσεις και μαζικές αγορές από το κοινό.

Το επόμενο βήμα είναι η διάθεση σε νοικοκυριά σε συνδυασμό και με την ψηφιοποίηση τους. Αυτό θα συνεχιστεί.

>>> Ειδήσεις από Bloomberg <<<

Η λογική πως τα βιβλία πρέπει να κοσμούν αποθήκες, έστω και πολύ καλύτερες από το χάλι που παραλάβαμε, δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Τα βιβλία ανήκουν στις βιβλιοθήκες. Σχολείων, κοινοτήτων, εκκλησιών και σπιτιών. Και στα tablet. (Όπως το Read)

Το ίδιο φυσικά ισχύει και για τις συλλογές, όπου η πρόοδος ήταν και είναι πολύ πιο αργή, λόγω και ζητημάτων ασφάλειας, καταγραφής, προστασίας των αντικειμένων και γενικότερων διαδικασιών. Κι αυτό, όμως, γίνεται, όπως προχωρεί (πιο αργά από ό,τι θα επιθυμούσαμε) και η ψηφιοποίησή τους.

Πάνω από όλα, δεν θα συμβιβαστούμε με μια λογική περί πολιτισμού που τον αντιμετωπίζει ως κάτι που ανήκει σε λίγους. Που τον περιορίζει σε αποθήκες, αρχειοφυλάκια και στασιμότητα. Η λογική του κατεστημένου μέσα από το οποίο οι πιο «προχωρημένοι» αποτελούσαν την εξαίρεση, δεν ταιριάζει στην εποχή μας.

Στην εποχή μας δεν ταιριάζει ούτε η λογική πως οτιδήποτε εμπεριέχει τεχνολογία «δεν είναι τέχνη» ή πως εκδίδουμε βιβλία με δεδηλωμένο στόχο και δεδηλωμένο σχεδιασμό που αποσκοπεί στην μαζική φύλαξη.

>>> Αρθρογραφία Brief <<<

Ο Πολιτισμός αλλά και η Έρευνα πρέπει να διαχέονται. Ο καιρός του κατεστημένου των λίγων-για-τους-λίγους, έχει παρέλθει. Ο επιθανάτιος ρόγχος του, μάλλον επιβεβαιώνει πως η πορεία μας είναι σωστή.

ad2mobile

Όσον αφορά στην διάθεση βιβλίων, αυτή θα συνεχιστεί, ελπίζω με την ίδια επιτυχία. Ανακοινώσεις θα ακολουθήσουν προς ενημέρωση των ενδιαφερομένων. Οι ηλεκτρονικές εκδόσεις επίσης συνεχίζονται.

*Ο Μιχάλης Περσιάνης είναι Διευθυντής Διεύθυνσης Εταιρικών Υποθέσεων της Τράπεζας Κύπρου, υπεύθυνος Πολιτιστικού Ιδρύματος Τράπεζας Κύπρου και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Ογκολογικού Κέντρου της Τράπεζας Κύπρου
 
 

article 1