Έφτασε ίσως η στιγμή που ο Υπουργός Οικονομικών θα πρέπει να βρει τους τρόπους, τις ριζοσπαστικές λύσεις και την αποφασιστικότητα για καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και της παραοικονομίας στην Κύπρο.

Η δραματική άλλωστε παραδοχή του προβλήματος ήρθε πριν από λίγες μέρες από τον ίδιο τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, όταν καλούσε τους γιατρούς να δώσουν στη δημοσιότητα τις φορολογικές τους δηλώσεις! Ο ίδιος αμφισβητούσε το Τμήμα Φορολογίας ότι αδυνατεί να εισπράξει τους πραγματικούς φόρους και την ίδια στιγμή παραδέχονταν στην ουσία ότι γνωρίζει ότι η εν λόγω επαγγελματική ομάδα φοροδιαφεύγει. 

Δυστυχώς, και εμείς ως πολίτες δεν έχουμε καλλιεργημένη τη φορολογική συνείδηση και παρανομούμε ή παραλείπουμε ως φορολογούμενοι απέναντι στις υποχρεώσεις μας.
 
Δυστυχέστατα, δυσκολευόμαστε ως πολίτες να κατανοήσουμε ότι το φαινόμενο της φοροδιαφυγής, όπως και η ύπαρξη της παραοικονομίας δημιουργούν αρνητικές και αλυσιδωτές εις βάρος μας επιπτώσεις. 

Και εξηγούμε τις αλυσιδωτές συνέπειες: Με τη φοροδιαφυγή δημιουργούνται κοινωνικές ανισότητες λόγω της άνισης κατανομής φορολογικών βαρών αλλά και της στέρησης του δικαιώματος του κράτους να εισπράξει τους οικονομικούς του πόρους. Ακολούθως όταν το κράτος αδυνατεί να εισπράξει τους φόρους, προκειμένου να εξασφαλίσει πόρους, επιβάλλει περαιτέρω φορολογικές επιβαρύνσεις σε όσους δεν μπορούν να αποφύγουν τη φορολόγηση. Όταν επιβάλλονται νέες φορολογίες επιδεινώνονται οι δείκτες του πληθωρισμού και της μακροοικονομίας με αποτέλεσμα, να συγκρατούνται οι αυξήσεις των μισθών και των εισοδημάτων.

Από την άλλη πλευρά βέβαια το μεγάλο ποσοστό φοροδιαφυγής θα μπορούσε να αναλυθεί ως αντίδραση των φορολογουμένων πολιτών στις υψηλές φορολογικές επιβαρύνσεις. Το ύψος των φορολογικών συντελεστών και συνάμα η αναθεώρησή τους, φαίνεται ότι είναι ένα θέμα που επιβάλλεται να μελετήσει σοβαρά το κράτος.  

Παράλληλα οι συνθήκες στην αγορά εργασίας ειδικά μετά το 2013 προσφέρονται στην ουσία ως κίνητρο για φοροδιαφυγή! 

Οι χαμηλοί μισθοί και ο ανύπαρκτος ουσιαστικά κατώτατος μισθός οδηγεί μεγάλη μερίδα εργαζομένων στην μερική και αδήλωτη απασχόληση, ώστε να συμπληρώσουν και να εξασφαλίσουν βιώσιμο μισθό, με αποτέλεσμα να προοικονομούν και να φοροδιαφεύγουν.

Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, που η μερική απασχόληση ανθεί τα τελευταία χρόνια, καθότι την επιδιώκουν και οι εργοδότες, αφού έτσι μπορούν να μην καταβάλλουν εισφορές στο Ταμείο  Κοινωνικών Ασφαλίσεων για τους ημιαπασχολούμενους, εργαζόμενους. 

Ως κίνητρο για φοροδιαφυγή φαίνεται ότι λειτουργεί και ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ). Η διόρθωση της λειτουργίας του ΦΠΑ φαίνεται ότι είναι ακόμη ένα ζήτημα που θα πρέπει να μελετηθεί σε βάθος από το κράτος. Έχει διαπιστωθεί πλέον από τους κανόνες της αγοράς, ότι στην πράξη δεν μπορεί να λειτουργήσει. Η αγορά υπηρεσιών ή προϊόντων χωρίς την έκδοση απόδειξης ωφελεί τόσο τον καταναλωτή όσο και τον πωλητή ή πάροχο υπηρεσιών. Αφού, από την μία ο καταναλωτής θα αγοράσει υπηρεσίες ή προϊόντα με χαμηλότερη τιμή (η επιβολή ΦΠΑ επηρεάζει προς τα πάνω την τιμή των αγαθών), και από την άλλην ο πωλητής ή ο πάροχος υπηρεσιών μπορεί με αυτόν τον τρόπο να μειώσει το δηλωμένο κέρδος του και άρα και το φορολογητέο εισόδημά του. 

Την ίδια στιγμή φαίνεται πως και στην Κύπρο όπως και στις υπόλοιπες ανεπτυγμένες χώρες του κόσμου κατά κανόνα οι αυτοαπασχολούμενοι και οι μικρές επιχειρήσεις δεν δηλώνουν το πραγματικό τους εισόδημα από ότι οι μισθωτοί ή οι μεγάλες επιχειρήσεις, καθότι το κίνητρο έκδοσης αποδείξεων είναι μικρότερο! 
 
Ίσως για την Κύπρο που είναι μία μικρή οικονομία, το πιο άμεσο και ριζοσπαστικό μέτρο για καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, να αποτελεί το μέτρο που προσπαθούν να εφαρμόσουν και σε άλλες χώρες. Αυτό της υποχρεωτικής χρήσης πιστωτικών/χρεωστικών καρτών, για τις συναλλαγές όχι μόνο για τους εμπόρους -όπως προτείνει ο Υπουργός Οικονομικών- αλλά για όλες τις συναλλαγές και των καταναλωτών. Άλλωστε το πλαστικό χρήμα μπορεί ταυτόχρονα να πατάξει και το φαινόμενο της παραοικονομίας, αφού τα μετρητά χρήματα  μπορούν να διοχετευθούν ευκολότερα στη … μαύρη οικονομία. 

Εν κατακλείδι το φαινόμενο της φοροδιαφυγής είναι ένα πολύπλοκο ζήτημα που δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με περιστασιακά μέτρα, άλλα με μακροχρόνιες και ορθολογικές οικονομικές και δημοσιονομικές πολιτικές, που θα μηδενίζουν τα ελλείμματα και θα αποτρέπουν την αύξηση των φόρων.

Ταυτόχρονα η λήψη μέτρων θα πρέπει να είναι τέτοια που δεν θα εναπόκειται η εφαρμογή τους στο ήθος των πολιτών. Κυρίως θα πρέπει να είναι τέτοια που θα δημιουργούν τις συνθήκες ενός δίκαιου κράτους που θα αποτρέπει την φορομπηχτική πολιτική και τους φοροφυγάδες πολίτες! 

 

Σκεύη Σταύρου
 
80
Thumbnail

Ας προσέξει η Κυβέρνηση να μην δημιουργήσει τετελεσμένα και δυο ταχυτήτων πολίτες. Άλλωστε ακόμη και το «υπόλοιπο» θα χρειαστεί λίαν συντόμως σε εισφορές εάν θέλουμε για όλο τον κόσμο πεντάστερο και όχι 3άστερο ΓΕΣΥ

ad1mobile


ΓΡΑΦΕΙ Ο
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΤΣΑΓΓΑΡΗΣ 
Twitter: @tsangarisp

Μάλιστα. Το ακούσαμε και αυτό. ΣΕΚ και ΠΕΟ ζητούν να επιστραφούν σε μορφή αυξήσεων μισθών το υπόλοιπο από το κόστος της ασφαλιστικής κάλυψης που παρέχουν οι Ημικρατικοί Οργανισμοί και άλλοι δημόσιοι Οργανισμοί (όπως Τοπική Αυτοδιοίκηση, Πανεπιστήμια κτλ) στους υπαλλήλους τους. 

Να σας πω τι ακριβώς ζητούν οι δυο συντεχνίες. Σήμερα αυτοί οι Οργανισμοί είναι υποχρεωμένοι να παρέχουν «επαρκή ασφαλιστική κάλυψη» στους υπαλλήλους τους από την πρώτη ημέρα εργοδότησης τους και έπειτα για εφόρου ζωής (όχι μέχρι την αφυπηρέτησή τους). Μέχρις εδώ όλα καλά (Ουδέν μεμπτό. Μακάρι να ήταν το σύνηθες αυτό και όχι η εξαίρεση.  Ωστόσο δεν είναι αυτό το θέμα μας). 

Αυτό το κόστος, της «επαρκούς» ασφαλιστικής κάλυψης κυμαίνεται περίπου στο 6%. 

Τώρα με το ΓΕΣΥ το κόστος για τον Εργοδότη θα ανέρχεται -στην πλήρη εφαρμογή του- στο 2.9%. 

>>> Άρθρα, Απόψεις Brief <<<

Οι Συντεχνίες τι άφησαν να νοηθεί ότι επιδιώκουν; Ότι το υπόλοιπο ποσοστό θα πρέπει να επιστραφεί στους εργαζομένους μέσω αυξήσεων. Αν δηλαδή για παράδειγμα το κόστος της ΑΗΚ για την ασφάλιση των εργαζομένων της ανέρχεται στο 5.9% και αφού η ΑΗΚ με το ΓΕΣΥ θα καταβάλλει 2.9%, οι συντεχνίες ζητούν όπως το άλλο 3% που απομένει να επιστραφεί στους εργαζομένους. 

Αυτό όμως τι σημαίνει; Σημαίνει -πέραν των άλλων- και έμμεση κάλυψη των συνεισφορών του εργαζομένου στο ΓΕΣΥ από πλευράς Εργοδότη. Δηλαδή, ο Εργοδότης -το Κράτος στην προκειμένη- είναι ωσάν -αν αποδεχτεί αυτή την εξίσωση των Συντεχνιών- να καταβάλλει όλες τις συνεισφορές για τους υπαλλήλους του.

Και το επικίνδυνο εντοπίζεται στο εξής, όπως πολύ ορθά ανέφερε και ο Γενικός Διευθυντής της ΟΕΒ, Μιχάλης Αντωνίου: Αν ισχύσει αυτό για τους Ημικρατικούς, δεν θα το απαιτήσουν -και ορθώς- και οι Δημόσιοι Υπάλληλοι; Και οι Εκπαιδευτικοί; Και οι Αστυνομικοί; Θα το απαιτήσουν. Με αποτέλεσμα να καταλήξουμε να έχουμε ΚΑΙ ΠΑΛΙ δυο ταχυτήτων εργαζόμενους, του Ιδιωτικού Τομέα και του Δημόσιου Τομέα, με αυτούς στο Δημόσιο και Ημιδημόσιο να μην καταβάλλουν ΚΑΜΙΑ εισφορά για το ΓΕΣΥ σε αντίθεση με τους υπαλλήλους του Ιδιωτικού Τομέα. 

Ορθή όμως και η παρέμβαση του Νικόλα Παπαδόπουλου επί του θέματος. Ο οποίος σημείωσε πως σε μια τέτοια περίπτωση τότε το ΔΗΚΟ θα ταχθεί υπέρ της μείωσης των συνεισφορών και του Ιδιωτικού τομέα. 

Όμως οι Συντεχνίες ενδεχομένως να μην θέλουν την επιστροφή του υπολοίπου σε μορφή αυξήσεων αλλά να ζητήσουν όπως το υπόλοιπο ποσοστό να διατεθεί για επιπλέον ασφαλιστική κάλυψη των υπαλλήλων τους για υπηρεσίες, οι οποίες δεν θα προσφέρονται στο ΓΕΣΥ. Όπως πχ ορθοδοντικά, ή κάλυψη μονόκλινου ενδονοσοκομειακά, ή πχ αντί κάλυψη μόνο μια φοράς ετησίως καθαρισμό δοντιών όπως προνοεί το ΓΕΣΥ να θέλει να τους καλύψει πέντε φορές. Υπάρχουν αρκετές «έξτρα» υπηρεσίες που θα μπορούσαν να αναφερθούν. 

Αν αυτή είναι η θέση των Συντεχνιών τότε αυτό αποτελεί μια άλλη εξέλιξη, η οποία ίσως να αποτελέσει και την απαρχή μιας άλλης προσέγγισης για το πώς θα λειτουργεί το ΓΕΣΥ. Δηλαδή ένα μεικτό μοντέλο, μεταξύ του κρατικού μονοασφαλιστικού και των ιδιωτικών εταιρειών ασφάλισης, οι οποίες θα εξειδικεύονται σε παροχή «έξτρα υπηρεσιών». 

Αυτό το μοντέλο βεβαίως δεν χρειάζεται την ΣΕΚ και την ΠΕΟ για να το εγκαινιάσουν, διότι ούτως ή άλλως αυτό το μοντέλο θα είναι αυτό που θα υπάρχει. Όμως οι δυο Συντεχνίες εάν αποφασίσουν κάτι τέτοιο για τους εργαζομένους στον Ημιδημόσιο τομέα, τότε θα πρόκειται για σημαντική ενίσχυση -λόγω και του τεράστιου αριθμού υπαλλήλων που εκπροσωπούν- του μοντέλου αυτού. Μια ενίσχυση, η οποία θα δώσει εν πολλοίς και ένα πιο επίσημο χαρακτήρα σε αυτό το «μεικτό μοντέλο ασφάλισης». 

>>> Αναλύσεις / Έρευνες Brief <<<

Ωστόσο ακόμη και σε αυτή την περίπτωση, εγείρεται και πάλι ένα σημαντικό ερώτημα: Μήπως έτσι δεν δημιουργούνται και πάλι πολίτες δυο ταχυτήτων; Και ουδέποτε η Στήλη υποστήριξε την κομμουνιστική προσέγγιση πως πρέπει να είμαστε όλοι το ίδιο ή πως αν ένας εργοδότης επιλέξει μια πιο ενισχυμένη ασφάλιση για τους υπαλλήλους του τότε δεν θα πρέπει να το πράξει. Όμως εδώ δεν μιλάμε για ένα συνηθισμένο εργοδότη αλλά για το κράτος, το οποίο στην ουσία έχει και αυτό εργοδότη, τον φορολογούμενο. 

Οπόταν θα πληρώνουμε όλοι μαζί την πεντάστερη περίθαλψη των Ημικρατικών και Δημοσίων; Ή μήπως θα πρέπει να αρχίζουμε όλοι από την ίδια βάση -την ορθή εν μέρει αλληλέγγυα βάση-  του ΓΕΣΥ και επιπρόσθετα ο καθένας να επιλέγει με δικό του κόστος αν θέλει τις έξτρα υπηρεσίες περίθαλψης; 

ad2mobile

Ως εκ τούτου, η Κυβέρνηση οφείλει να είναι διπλά προσεκτική στις όποιες απαιτήσεις των συντεχνιών. Για να μην δημιουργήσει εκ νέου τετελεσμένα, τα οποία μετέπειτα δεν θα μπορούν εύκολα να διορθωθούν. 

Επιπλέον, ας μην ξεχνάμε πως το 2.9% είναι πολύ χαμηλό για να λειτουργήσει το ΓΕΣΥ. Πολύ σύντομα θα κληθούμε όλοι μας να καταβάλουμε πολύ υψηλότερες εισφορές… εκτός βεβαίως και αν, ως Κράτος και ως πολίτες, είμαστε ικανοποιημένοι με την «τριάστερη ποιότητα» του ΓΕΣΥ. 

article 1