Οι ασύμμετρες απειλές του «περίεργου» 2019

Μια σειρά δεδομένων θέτει υπό αμφισβήτηση τις θετικές προοπτικές για ανάπτυξη το 2019.
ω
Γράφει ο: 
Αντρέας Κωστουρής 
Twitter: @ACostouris
 
 

Ό,τι θετικό μπορεί να καταγραφεί ως εκτίμηση, δεδομένο ή προσδοκία για το 2019 ενέχει -την ίδια ώρα- και κινδύνους, αβεβαιότητα ή έστω το στοιχείο της αμφισβήτησης υπό το πρίσμα προϋποθέσεων, εξωτερικών παραγόντων ή εσωτερικών άτσαλων κινήσεων. Είναι θετικά τα δεδομένα που υπάρχουν ή σε αυτά στα οποία βασίζεται η έναρξη του νέου έτους, ωστόσο, μια σειρά δεδομένων θέτει υπό αμφισβήτηση τις θετικές προοπτικές για ανάπτυξη το 2019. 

Νέες εισφορές 
Ένα στοιχείο το οποίο θα περιορίσει την αγοραστική δυνατότητα των νοικοκυριών είναι οι νέες εισφορές και μένει να διαφανεί, κατά τη διάρκεια του νέου χρόνου, πώς και πόσο ή από ποια μέρη των δαπανών θα κόψουν οι πολίτες τα ποσά που θα διοχετευθούν προς ΓεΣΥ και τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Εισφορές, άμεσες ή έμμεσες φορολογίες έχουν συνήθως αντίκτυπο στην κατανάλωση και δη στα έξοδα που αξιολογούνται ως περιττά ή όχι ως πρώτης ανάγκης, όπως για παράδειγμα τα έξοδα για ψυχαγωγία, εστίαση ή διακοπές. Μάλιστα, από τη στιγμή που μιλάμε για εισφορές που αφορούν όλους τους μισθωτούς ή αυτοτελώς εργοδοτούμενους και τις επιχειρήσεις, περιλαμβανομένου του κράτους, θα έχει μεγάλο ενδιαφέρον η πορεία της κατανάλωσης, των επενδύσεων, των νέων θέσεων εργασίας και της αμοιβής του εργατικού δυναμικού εντός του 2019. 

Ήδη, στο πλαίσιο συζητήσεων για ανανέωση συλλογικών συμβάσεων η εργοδοτική πλευρά προτάσσει το γεγονός ότι δεν έχει μεγάλα περιθώρια αυξήσεων ή άλλων παροχών, λόγω της επιβολής του ανελαστικού ποσού που θα καταλήγει σε ΓεΣΥ και Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Αντίστοιχα, οι εργαζόμενοι θα διεκδικήσουν αυξήσεις λόγω ακριβώς του περιορισμού των μισθών που θα προκύπτουν από τις νέες εισφορές, σε συνδυασμό -βεβαίως- με τα χρόνια παγοποιήσεων και κουρέματος μισθών και ωφελημάτων, αλλά και της καλής πορείας που καταγράφεται σε πολλούς τομείς και ευρύτερα στην αγορά. 

Φορολογικές ελαφρύνσεις 
Την ίδια ώρα, ωστόσο, το κράτος έχει προχωρήσει στο μόνιμο μέτρο της μείωσης της φορολογίας στα καύσιμα, έχει εδώ και δύο έτη αφαιρέσει τον φόρο ακινήτων, ενώ δεν είναι απίθανο σύντομα να ανοίξει και νέο ή νέα κεφάλαια φορολογικών μειώσεων.

>>> Αναλύσεις / Έρευνες Brief <<<

Από τη μια αυτό είναι κάτι θετικό τόσο για το ταμείο νοικοκυριών όσο και επιχειρήσεων, από την άλλη όμως περιορίζει τα κρατικά έσοδα σε ένα κράτος με υψηλό δημόσιο χρέος, υψηλό κόστος λειτουργίας, το οποίο μάλιστα εξαρτάται -σχεδόν απόλυτα- από τις φορολογίες και όχι από πλουτοπαραγωγικές δραστηριότητες (όπως π.χ. από έσοδα υδρογονανθράκων εάν κάποτε προκύψουν). 

Παροχές από το κράτος 
Πέραν των ελαφρύνσεων το κράτος έχει προχωρήσει και σε ρυθμίσεις που ανεβάζουν το κόστος λειτουργίας του και δη του μισθολογίου του δημόσιου και ευρύτερου δημόσιου τομέα. Από τη μια είναι η εδώ και καιρό συμφωνημένη η σταδιακή αποκατάσταση των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων, που περικόπηκαν κατά τα χρόνια της οικονομικής κρίσης και του Μνημονίου, ενώ από την άλλη ρυθμίσεις όπως η επιστημονική κλίμακα στην οποία θα ενταχθούν οι νοσηλευτές επιβαρύνουν επιπλέον τον κρατικό προϋπολογισμό.

Οι εν λόγω ρυθμίσεις είναι μόνιμες και ουσιαστικά δεσμεύουν το κράτος σε ένα -έτσι κι αλλιώς- υψηλό μισθολογικό κόστος, το οποίο μάλιστα είναι μπλοκαρισμένο στη μη ορθή ή επαρκή αξιολόγηση και στη μη ύπαρξη αποτελεσματικού μηχανισμού βελτιστοποίησης της παραγωγικότητας. 

Τουρισμός 
Στο ίδιο πλαίσιο ανάλυσης μπαίνει και ο τουρισμός ο οποίος με τα απανωτά ρεκόρ των τελευταίων ετών, δημιουργεί και δύο πολύ βασικά ερωτήματα: 
1. Ποιο είναι το ταβάνι αφίξεων-εσόδων;
2. Τι μπορεί να ανατρέψει τη θετική πορεία;

Αυτά τα δύο ερωτήματα είναι βεβαίως ψηλά στην ατζέντα και του νεοσύστατου Υφυπουργείου, το οποίο καλείται να αποδείξει ότι δεν θα περιοριστεί στον ρόλο που είχε ο ΚΟΤ αλλά θα λειτουργήσει σαφώς πιο δημιουργικά, με μεγαλύτερη οξυδέρκεια, όραμα και σχεδιασμό σε σχέση με τον τουρισμό. Για παράδειγμα η σχέση Κύπρου-Ρωσίας σε διάφορα επίπεδα όπως και στον τουρισμό διαφαίνεται ότι θα δοκιμαστεί -ακόμη περισσότερο- εντός του 2019. Η Ρωσία αποτελεί ισχυρό παίκτη στην τοπική, τουριστική βιομηχανία, οπότε θα πρέπει να υπάρχει σχεδιασμός για τις πιθανές απώλειες αφίξεων από τη χώρα. Παράλληλα, στα αχαρτογράφητα νερά του Brexit θα κληθεί -επίσης- να πλεύσει η κυπριακή τουριστική βιομηχανία, αφού ο αντίκτυπος πιθανής επιδείνωσης των διμερών σχέσεων ΕΕ-Βρετανίας ή της ισοτιμίας ευρώ-στερλίνας, δύναται να επηρεάσει τις αφίξεις από μία εξίσου σημαντική τουριστική αγορά για την Κύπρο. 

>>> Ειδήσεις Bloomberg <<<

Την ίδια ώρα ο εμπλουτισμός του τουριστικού προϊόντος, η ταυτότητα που κάποτε πρέπει να δοθεί στη χώρα ως τουριστικός προορισμός αλλά και η λειτουργία των καζίνο -έστω των δορυφορικών σε πρώτη φάση- αποτελούν σημαντικά κομμάτια του τουριστικού παζλ για το 2019 κι ευρύτερα για την οικονομία. Γεωπολιτικές ισορροπίες, πολεμικές συρράξεις και διπλωματικές σχέσεις κρατών ή συνασπισμών χωρών αποτελούν παράγοντα υψηλού κινδύνου με άμεσα επηρεαζόμενο τον τουρισμό. Άλλωστε, αυτός είναι ένας από τους παράγοντες, ο οποίος μέσα από μια σειρά ευνοϊκών -για την Κύπρο- εξελίξεων λειτούργησε υπέρ της εγχώριας, τουριστικής βιομηχανίας. 

Ακίνητα-Διαβατήρια 
Η φρενήρης πορεία που καταγράφει η αγορά ακινήτων, η οποία -σε μεγάλο βαθμό- στηρίζεται στον εξωτερικό παράγοντα της μεγάλης ζήτησης για διαβατήριο ή βίζα μόνιμης παραμονής, σε συνδυασμό με τις διαρκείς υποδείξεις αλλά και την κακή δημοσιότητα που έχει πάρει η Κύπρος για τα δημογραφικά κίνητρα που συνδέονται με επενδύσεις, δημιουργούν ερωτηματικά για την πορεία του κλάδου. 

Για παράδειγμα το ετήσιο, ανώτατο όριο των 700 διαβατηρίων που έχει θέσει η κυβέρνηση θα έχει εφαρμογή στην ολότητά του κατά το 2019, κάτι που θα στερήσει μερικές εκατοντάδες εκατομμύρια από συμφωνίες που θα γίνονταν με κυπριακές επιχειρήσεις, ενώ αντίκτυπος θα προκύψει και από τις φορολογίες που θα εισέπραττε το κράτος. Αποτελεί, λοιπόν, στοίχημα και για την εγχώρια αγορά ακινήτων και δη τους επιχειρηματίες ανάπτυξης γης και τις κατασκευαστικές να προσανατολιστούν και στις πραγματικές, εγχώριες ανάγκες στέγασης ή άλλων υποδομών για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. 

Εστία και Φορέας Διαχείρισης ΜΕΔ  
Ένα άλλο στοιχείο που θα επηρεάσει τόσο τα δημοσιονομικά όσο και την ευρύτερη πορεία της αγοράς και της οικονομίας, είναι η καλή και αποτελεσματική εφαρμογή του σχεδίου Εστία, σε συνδυασμό με τη συνετή και βέλτιστη διαχείριση των Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων που απέμειναν στον πρώην Συνεργατισμό. 

Η καλή εφαρμογή του Εστία συνεπάγεται διευθέτηση χιλιάδων περιπτώσεων για νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις που με τακτοποιημένες τις υποχρεώσεις, θα μπορούν -λογικά- να μπουν σε μια νέα κανονικότητα, κάνοντας προγραμματισμό -και οικονομικό- για τη ζωή τους κάτι που μπορεί να επιφέρει θετικό αντίκτυπο στην οικονομία. Την ίδια ώρα η καλή διαχείριση των ΜΕΔ του πρώην Συνεργατισμού δύναται να αποφέρει στα κρατικά ταμεία σημαντική ροή ρευστού, το οποίο μάλιστα δεν έχουν υπολογιστεί ως έσοδο στον κρατικό προϋπολογισμό.

>>> Ροή ειδήσεων Brief - Επιλεγμένο περιεχόμενο <<< 

Σε ένα θετικό σενάριο γίνεται λόγος για ετήσια έσοδα της τάξης των 200 εκατ. ευρώ, ποσό διόλου ευκαταφρόνητο -ακόμη και για το κράτος- με το οποίο μπορεί να καλύψει εξαγγελθείσες δεσμεύσεις για το μισθολόγιο, ή ακόμη καλύτερα να προχωρήσει σε καθοριστικής σημασίας έργα υποδομών και ανάπτυξης. Το δεύτερο κομμάτι θα έχει -μάλιστα- πολλαπλασιαστικό όφελος για την αύξηση της παραγωγικότητας, την ενίσχυση της αγοράς εργασίας και επομένως των συνθηκών απασχόλησης και ευρύτερα της οικονομίας. Τα έργα υποδομής από το κράτος με τη σημαντικότητά τους αποτελούν κομμάτι το οποίο έχει για χρόνια μείνει πίσω, λόγω κυρίως της μεγάλης οικονομικής περισυλλογής που καταγράφηκε από το 2011 κι έπειτα. 

Καταληκτικά, το 2019 θα πρέπει από όλους μας να αντιμετωπιστεί ως μεταβατικό έτος και ως ακόμη μια χρονιά αποκατάστασης των πληγών της οικονομικής κρίσης. Θα είναι μεγάλο σφάλμα, εργαζόμενοι, εργοδότες και κράτος να αξιολογήσουν το νέο έτος ως χρονιά αυξήσεων, απαιτήσεων, σπατάλης σε αχρείαστα έργα και αφειδώλευτων επιδομάτων, αφού πιθανός εκτροχιασμός της οικονομίας, μπορεί να μπλέξει τη χώρα σε έναν νέο κύκλο αστάθειας, αβεβαιότητας και υψηλού δημοσιονομικού κινδύνου με γνωστές -πλέον- τις επιπτώσεις από ένα τέτοιο ενδεχόμενο.  

Αντρέας Κωστουρής
 
80
Thumbnail

Ας προσέξει η Κυβέρνηση να μην δημιουργήσει τετελεσμένα και δυο ταχυτήτων πολίτες. Άλλωστε ακόμη και το «υπόλοιπο» θα χρειαστεί λίαν συντόμως σε εισφορές εάν θέλουμε για όλο τον κόσμο πεντάστερο και όχι 3άστερο ΓΕΣΥ

ad1mobile


ΓΡΑΦΕΙ Ο
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΤΣΑΓΓΑΡΗΣ 
Twitter: @tsangarisp

Μάλιστα. Το ακούσαμε και αυτό. ΣΕΚ και ΠΕΟ ζητούν να επιστραφούν σε μορφή αυξήσεων μισθών το υπόλοιπο από το κόστος της ασφαλιστικής κάλυψης που παρέχουν οι Ημικρατικοί Οργανισμοί και άλλοι δημόσιοι Οργανισμοί (όπως Τοπική Αυτοδιοίκηση, Πανεπιστήμια κτλ) στους υπαλλήλους τους. 

Να σας πω τι ακριβώς ζητούν οι δυο συντεχνίες. Σήμερα αυτοί οι Οργανισμοί είναι υποχρεωμένοι να παρέχουν «επαρκή ασφαλιστική κάλυψη» στους υπαλλήλους τους από την πρώτη ημέρα εργοδότησης τους και έπειτα για εφόρου ζωής (όχι μέχρι την αφυπηρέτησή τους). Μέχρις εδώ όλα καλά (Ουδέν μεμπτό. Μακάρι να ήταν το σύνηθες αυτό και όχι η εξαίρεση.  Ωστόσο δεν είναι αυτό το θέμα μας). 

Αυτό το κόστος, της «επαρκούς» ασφαλιστικής κάλυψης κυμαίνεται περίπου στο 6%. 

Τώρα με το ΓΕΣΥ το κόστος για τον Εργοδότη θα ανέρχεται -στην πλήρη εφαρμογή του- στο 2.9%. 

>>> Άρθρα, Απόψεις Brief <<<

Οι Συντεχνίες τι άφησαν να νοηθεί ότι επιδιώκουν; Ότι το υπόλοιπο ποσοστό θα πρέπει να επιστραφεί στους εργαζομένους μέσω αυξήσεων. Αν δηλαδή για παράδειγμα το κόστος της ΑΗΚ για την ασφάλιση των εργαζομένων της ανέρχεται στο 5.9% και αφού η ΑΗΚ με το ΓΕΣΥ θα καταβάλλει 2.9%, οι συντεχνίες ζητούν όπως το άλλο 3% που απομένει να επιστραφεί στους εργαζομένους. 

Αυτό όμως τι σημαίνει; Σημαίνει -πέραν των άλλων- και έμμεση κάλυψη των συνεισφορών του εργαζομένου στο ΓΕΣΥ από πλευράς Εργοδότη. Δηλαδή, ο Εργοδότης -το Κράτος στην προκειμένη- είναι ωσάν -αν αποδεχτεί αυτή την εξίσωση των Συντεχνιών- να καταβάλλει όλες τις συνεισφορές για τους υπαλλήλους του.

Και το επικίνδυνο εντοπίζεται στο εξής, όπως πολύ ορθά ανέφερε και ο Γενικός Διευθυντής της ΟΕΒ, Μιχάλης Αντωνίου: Αν ισχύσει αυτό για τους Ημικρατικούς, δεν θα το απαιτήσουν -και ορθώς- και οι Δημόσιοι Υπάλληλοι; Και οι Εκπαιδευτικοί; Και οι Αστυνομικοί; Θα το απαιτήσουν. Με αποτέλεσμα να καταλήξουμε να έχουμε ΚΑΙ ΠΑΛΙ δυο ταχυτήτων εργαζόμενους, του Ιδιωτικού Τομέα και του Δημόσιου Τομέα, με αυτούς στο Δημόσιο και Ημιδημόσιο να μην καταβάλλουν ΚΑΜΙΑ εισφορά για το ΓΕΣΥ σε αντίθεση με τους υπαλλήλους του Ιδιωτικού Τομέα. 

Ορθή όμως και η παρέμβαση του Νικόλα Παπαδόπουλου επί του θέματος. Ο οποίος σημείωσε πως σε μια τέτοια περίπτωση τότε το ΔΗΚΟ θα ταχθεί υπέρ της μείωσης των συνεισφορών και του Ιδιωτικού τομέα. 

Όμως οι Συντεχνίες ενδεχομένως να μην θέλουν την επιστροφή του υπολοίπου σε μορφή αυξήσεων αλλά να ζητήσουν όπως το υπόλοιπο ποσοστό να διατεθεί για επιπλέον ασφαλιστική κάλυψη των υπαλλήλων τους για υπηρεσίες, οι οποίες δεν θα προσφέρονται στο ΓΕΣΥ. Όπως πχ ορθοδοντικά, ή κάλυψη μονόκλινου ενδονοσοκομειακά, ή πχ αντί κάλυψη μόνο μια φοράς ετησίως καθαρισμό δοντιών όπως προνοεί το ΓΕΣΥ να θέλει να τους καλύψει πέντε φορές. Υπάρχουν αρκετές «έξτρα» υπηρεσίες που θα μπορούσαν να αναφερθούν. 

Αν αυτή είναι η θέση των Συντεχνιών τότε αυτό αποτελεί μια άλλη εξέλιξη, η οποία ίσως να αποτελέσει και την απαρχή μιας άλλης προσέγγισης για το πώς θα λειτουργεί το ΓΕΣΥ. Δηλαδή ένα μεικτό μοντέλο, μεταξύ του κρατικού μονοασφαλιστικού και των ιδιωτικών εταιρειών ασφάλισης, οι οποίες θα εξειδικεύονται σε παροχή «έξτρα υπηρεσιών». 

Αυτό το μοντέλο βεβαίως δεν χρειάζεται την ΣΕΚ και την ΠΕΟ για να το εγκαινιάσουν, διότι ούτως ή άλλως αυτό το μοντέλο θα είναι αυτό που θα υπάρχει. Όμως οι δυο Συντεχνίες εάν αποφασίσουν κάτι τέτοιο για τους εργαζομένους στον Ημιδημόσιο τομέα, τότε θα πρόκειται για σημαντική ενίσχυση -λόγω και του τεράστιου αριθμού υπαλλήλων που εκπροσωπούν- του μοντέλου αυτού. Μια ενίσχυση, η οποία θα δώσει εν πολλοίς και ένα πιο επίσημο χαρακτήρα σε αυτό το «μεικτό μοντέλο ασφάλισης». 

>>> Αναλύσεις / Έρευνες Brief <<<

Ωστόσο ακόμη και σε αυτή την περίπτωση, εγείρεται και πάλι ένα σημαντικό ερώτημα: Μήπως έτσι δεν δημιουργούνται και πάλι πολίτες δυο ταχυτήτων; Και ουδέποτε η Στήλη υποστήριξε την κομμουνιστική προσέγγιση πως πρέπει να είμαστε όλοι το ίδιο ή πως αν ένας εργοδότης επιλέξει μια πιο ενισχυμένη ασφάλιση για τους υπαλλήλους του τότε δεν θα πρέπει να το πράξει. Όμως εδώ δεν μιλάμε για ένα συνηθισμένο εργοδότη αλλά για το κράτος, το οποίο στην ουσία έχει και αυτό εργοδότη, τον φορολογούμενο. 

Οπόταν θα πληρώνουμε όλοι μαζί την πεντάστερη περίθαλψη των Ημικρατικών και Δημοσίων; Ή μήπως θα πρέπει να αρχίζουμε όλοι από την ίδια βάση -την ορθή εν μέρει αλληλέγγυα βάση-  του ΓΕΣΥ και επιπρόσθετα ο καθένας να επιλέγει με δικό του κόστος αν θέλει τις έξτρα υπηρεσίες περίθαλψης; 

ad2mobile

Ως εκ τούτου, η Κυβέρνηση οφείλει να είναι διπλά προσεκτική στις όποιες απαιτήσεις των συντεχνιών. Για να μην δημιουργήσει εκ νέου τετελεσμένα, τα οποία μετέπειτα δεν θα μπορούν εύκολα να διορθωθούν. 

Επιπλέον, ας μην ξεχνάμε πως το 2.9% είναι πολύ χαμηλό για να λειτουργήσει το ΓΕΣΥ. Πολύ σύντομα θα κληθούμε όλοι μας να καταβάλουμε πολύ υψηλότερες εισφορές… εκτός βεβαίως και αν, ως Κράτος και ως πολίτες, είμαστε ικανοποιημένοι με την «τριάστερη ποιότητα» του ΓΕΣΥ. 

article 1