«Ζητείται θαυματοποιός για την αυλή των θαυμάτων μου»

Προς διαχρονικά προβληματισμένους, εκατοστής εξηκοστής όγδοης επιστολής, το ανάγνωσμα…

ΓΡΑΦΕΙ Η
ΕΛΕΝΑ ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ*

Σήμερα ξύπνησα και είπα: Βαρέθηκα την μιζέρια. Βαρέθηκα την μαυρίλα.  Δεν θέλω πια να σκέφτομαι τα πάθη και τα λάθη μας. Τη «μοίρα» που μας έφερε σε τούτη την ελληνική σταγόνα στη Μεσόγειο. Γεννηθήκαμε με μια έκρηξη. Φωτιά και λάβα το Τρόοδος. Αλλά τις μεταπτώσεις μας τις είχαμε από τότε. Βροχή, και πάλι βροχή ακολούθησε. Το χώμα δεν ήταν πια σκληρό. Μαλάκωσε, βόλευε στο περπάτημα. Αφήναμε τα χνάρια μας και ικανοποιούσαμε τη ματαιοδοξία μας, τον πόθο μας για αιωνιότητα. Μετά κι άλλη μετακίνηση στα όσα μέχρι τότε θεωρούσαμε σταθερά. Και τσουπ ξεπήδησε ο Πενταδάκτυλος. Από τότε μας μουντζώνει, αλλά εμείς χαμπάρι. Αιώνες τώρα τον αγνοούμε και του ζητούμε να ανασηκώσει την πλάτη και να τους διώξει. Ποιος; Το βουνό το αμετακίνητο!

Όπως και να ‘χει… όπως είπα σήμερα ξύπνησα και είπα… Βαρέθηκα την μιζέρια. Βαρέθηκα την μαυρίλα.  Δεν θέλω πια να σκέφτομαι τα πάθη και τα λάθη μας. Θέλω να φτιάξω στον τόπο που αγαπώ, μια αυλή των θαυμάτων… για όσους ξέρουν τον Καμπανέλλη δεν χρειάζονται περισσότερες επεξηγήσεις. Μια αυλή στην οποία η έμφυτη αντίσταση στη μιζέρια που απειλεί να ισοπεδώσει, οδηγεί στο να συντελούνται καθημερινά μικρά θαύματα.

Θέλω μια αυλή των θαυμάτων που να έχει για αρχηγό της την Αλίκη. Μια Αλίκη που μπορεί να φέρνει και λιγάκι στην Αλίκη τη Βουγιουκλάκη, αλλά θα έχει κυρίως τα χαρακτηριστικά της άλλης, της ξενόφερτης, κατευθείαν από τη χώρα των θαυμάτων στην αυλή τη δική μας. Να ψάχνει και εκείνη την ταυτότητά της όπως όλοι εμείς. Να αναρωτιέται τι να απαντήσει στο ποια είσαι. Άλλη το πρωί, άλλη το μεσημέρι και άλλη τώρα, να δηλώνει μπερδεμένη.

Στη δική μας την αυλή όμως θα απαγορεύονται «χειροκροτητές» και «χειροκροτούμενοι». Θα μας χαλούσαν βλέπετε τη γιορτή της «ασημαντότητας» μας. Στη δική μας την αυλή τα θαύματα θα ήταν μικρά και ασήμαντα, και πάντα, μα πάντα, αντικείμενο γιορτής, γιορτής χωρίς χειροκροτήματα και επισήμους. Στη δική μας την αυλή, τα θαύματα θα ήταν ο ήλιος και η βροχή. Το ψωμί και το βιβλίο για όλους. Φάρμακα και γιατροί αχρείαστα, αλλά και αν χρειάζονταν,  ένα βήμα πιο πέρα, για όλους όλα, δίκαια και σωστά (ναι στο ΓΕΣΥ αναφέρομαι και η ντροπή μου είναι μεγάλη έτσι όπως το καταντήσαμε). Στη δική μας την αυλή δε θα είχε επετείους και παρελάσεις. Θα ήταν όλα μνήμες ζωντανές και δε θα υπήρχε χρεία καμιά να τις τιμούμε, με λόγια μεγάλα και ενίοτε ψεύτικα. Στη δική μας, των θαυμάτων την αυλή, με την Αλίκη και τον θαυματοποιό μας, δε θα χρειαζόμασταν δάνεια μεγάλα, ούτε ΓΕΣΥ πολύπλοκα, ούτε σχέδια μεταρρυθμίσεων, ούτε καινούρια σχέδια αξιολόγησης και εκσυγχρονισμού, ούτε επιτρόπους και πολυτελή αυτοκίνητα, ούτε συμβούλους σπουδαίους και τρανούς. Ούτε ψηφίσματα, ούτε συμμαχίες για να κερδίσεις εκλογές. Τα σπίτια μας μικρά και ταπεινά δεν θα χρειάζονταν εκποίηση. Στη δική μας την αυλή, στων θαυμάτων την αυλή, η μιζέρια και η απελπισία δεν θα χωρούσαν. Εξάλλου πώς να χωρέσει η απελπισία σε μια αυλή που συντελούνται θαύματα; Ναι, θαύματα. Έστω μικρά. Έστω ασήμαντα.

Όλα τα έβαλα στην αυλή των θαυμάτων μου, φύτεψα και ένα βασιλικό στη γωνιά. Οι άνθρωποι παντού πλημμύρισαν την αυλή και περίμεναν το θαύμα. Είχαν βλέπετε ακούσει για την μικρή, απλή, ασήμαντη αυλή των θαυμάτων. Χαιρέτησαν στην είσοδο μάλιστα την Αλίκη. Κανένας δεν χειροκροτούσε. Δεν υπήρχαν κάμερες, ούτε δημοσιογράφοι. Ή έστω και αν υπήρχαν, ήρθαν χωρίς τα εξαρτήματα καταγραφής τους. Ούτε καν ένα στυλό. Κάποιοι πολιτικοί που είχαν ξεγλιστρήσει φορούσαν τα απλά και καθημερινά τους. Όλα απλά, λιτά, ασήμαντα στην αυλή των θαυμάτων. Περιμέναμε μαζί με την Αλίκη το θαύμα.

Περνούσαν οι μέρες, οι νύχτες, οι μήνες τα χρόνια. Πήρε να γερνά η Αλίκη μας. Και εμείς μαζί της. Πήρε να ξεραίνεται και ο βασιλικός στη γλάστρα. Μα γιατί; Με βασάνιζε το γιατί. Αφού όλα ήταν όπως έπρεπε. Γιατί δεν ήρθε τελικά το θαύμα στην αυλή των θαυμάτων; Αφού ακόμα και η Αλίκη ήταν εκεί. Δεν την άφησα να ξεμυτίσει ούτε λεπτό. Πού πήγε το θαύμα;

… Μέχρι που ξαφνικά η αλήθεια έλαμψε μπροστά μου. Ο Θαυματοποιός! Ναι, ο Θαυματοποιός! Το είχε σκάσει. Μαζί του είχε πάρει δυστυχώς και τη βαλίτσα με τα «Θαύματά» του. Και τώρα; Τώρα θα πρέπει να περιμένουμε για τον καινούριο. Μόνο ένας Θαυματοποιός μπορεί να κάνει θαύματα. Και οι Θαυματοποιοί, δεν διορίζονται με μέσο, δεν εκλέγονται με κόλπα και ανίερες συμμαχίες, δεν προσλαμβάνονται παρακάμπτοντας τους ικανότερους. Δεν είναι θέση πρώτου διορισμού, δεν είναι αποτέλεσμα διαγωνισμού, ούτε και ανάθεσης.

Οι Θαυματοποιοί γεννιούνται και γίνονται, με πάλη και προσπάθεια πολύ. Κυρίως στις κατηφόρες. Στις εποχές της ευκολίας. Πρέπει να παλέψουν να μην κυλήσουν, να μην τα παρατήσουν. Στις ανηφόρες είναι ευκολότερο να το κρατήσεις μέσα σου το θαύμα ζωντανό. Γιατί μόνο τότε αν πιστεύεις στο θαύμα μπορείς να το κουβαλάς και μέσα σου και έξω σου. Ενίοτε και να το μοιράζεις.

Οι Θαυματοποιοί έχουν προσόντα. Ξεχωριστά. Μπορούν να σταματούν πολέμους άδικους και παράλογους, να εξαφανίζουν βόμβες, να ξαναστήνουν σπίτια, γειτονιές, πόλεις καταστραμμένες. Να θεραπεύουν από απώλειες, να εκλογικεύουν παραλόγους, τρελούς ηγέτες, να εξοστρακίζουν το άδικο. Οι  Θαυματοποιοί μπορούν να ξεπερνούν τις πανδημίες και τις κρίσεις. Κυρίως, όμως,  οι Θαυματοποιοί μπορούν να σου βγάζουν τον καλύτερο σου εαυτό. Αφού στα μάτια τους θα ντρέπεσαι να φαίνεσαι μικρός. Αφού και εκείνοι στα δικά σου τα μάτια, τα καθαρά, τα αυστηρά, θα ντρέπονται να φαίνονται μικροί.

Κοιτάξου στον καθρέφτη. Μήπως μπορείς εσύ… και εσύ… και εσύ… και εσύ, να γίνεις ο Θαυματοποιός που όλοι ψάχνουμε; Άραγε όλοι μαζί μπορούμε να το επιτελέσουμε το Θαύμα;

Έβαλα λοιπόν και εγώ μια αγγελία, σε όλα τα μέσα κοινωνικής και άλλως πως δικτύωσης:
«Ζητείται θαυματοποιός, για την αυλή των θαυμάτων μου», και περιμένω. Χρόνια τώρα.

Υπογραφή
Ρομπέν των Χαμένων Θαυμάτων

Υ.Γ. 1: Η αρχική αγγελία είχε «δημοσιευτεί το 2019» Η θέση εξακολουθεί να παραμένει κενή.

Υ.Γ.2: Το Θαύμα λείπει.

*Η Έλενα Περικλέους είναι Εκπαιδευτικός-Συγγραφέας

 
996