Η τράπεζα έχει «καεί» από τους δ/νοντες συμβούλους που έχουν περάσει

Από τότε που ιδρύθηκε, το 1870, η Deutsche Bank υποτίθεται ότι θα ήταν κάτι σαν επόπτης της γερμανικής βιομηχανίας, βοηθώντας τους Γερμανούς βιομηχάνους να χρηματοδοτούν το εξωτερικό εμπόριο. Η επόμενη μέρα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου τη βρήκε κατακερματισμένη σε 10 τράπεζες και στη συνέχεια ανασυντάχθηκε και ευημερούσε μαζί με τη Δυτική Γερμανία και, πολύ αργότερα, μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, με το επανενωμένο έθνος.

>>> ΟΛΗ Η ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ BRIEF ΜΕ ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ <<

Προσπάθησε πολύ να γίνει κάτι περισσότερο από άλλες τράπεζες. Και από τη δεκαετία του 1990, προσπαθεί να συμβαδίζει με τις μεγάλες τράπεζες των ΗΠΑ, όπως η Goldman Sachs Group Inc., σε τομείς όπως η παγκόσμια επενδυτική τραπεζική, το trading ή η παροχή οικονομικών συμβουλών σε εταιρείες. Η Γερμανία και η Ευρώπη δεν έμοιαζαν σε τίποτα με τους Αμερικανούς σε αυτό το πεδίο.

Σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές τράπεζες, η Deutsche Bank AG μπήκε σε νέες αγορές και νέες δραστηριότητες, με ένα όραμα: να προβάλει σε διεθνές επίπεδο τις γερμανικές χρηματοοικονομικές δραστηριότητες.

Τώρα οι φιλοδοξίες αυτές διακυβεύονται. Η τράπεζα έχει «καεί» από τους δ/νοντες συμβούλους που έχουν περάσει και έχει ξεκινήσει τέσσερα σχέδια αλλαγής πλεύσης τα τελευταία χρόνια.

Ωστόσο παραμένει παγιδευμένη σε ένα σπιράλ μειούμενων εσόδων και αυξανόμενων κοστών.

Λόγω του εντεινόμενου ανταγωνισμού από τη Wall Street, έχει αγωνιστεί να αυξήσει τις πωλήσεις της στην επενδυτική τραπεζική, ωστόσο έχει φανεί και διστακτική να κάνει βαθύτερες τομές, εν μέρει λόγω του ότι το τμήμα αυτό της αποφέρει πάνω από τα μισά της έσοδα.

Την ίδια ώρα, η επιβραδυνόμενη ανάπτυξη στην Ευρώπη και τα χαμηλά επιτόκια δεν της δίνουν μεγάλα περιθώρια λάθους.

Αυτή την περίοδο σκέφτεται τη συγχώνευση με τη μεγάλη της εγχώρια αντίπαλο: την Commerzbank AG, η οποία επίσης αντιμετωπίζει προβλήματα. Ο Γερμανός ΥΠΟΙΚ, Olaf Scholz, στηρίζει τη συμφωνία. Η ιδέα έγκειται στο ότι με τη συγχώνευση δυο τραπεζών θα δημιουργηθεί μια ισχυρή που θα μπορεί να αντέξει καλύτερα την επόμενη ύφεση ή μια οικονομική κρίση.

Η γερμανική κυβέρνηση συνεχίζει να κατέχει μερίδιο 15% στην Commerzbank, από τότε που διέσωσε την τράπεζα μια δεκαετία πριν.

Οι Ευρωπαίοι τραπεζίτες και οι επενδυτές περιμένουν να δουν τι μπορεί να σημάνει αυτό για τη συνέχεια. Αν η συμφωνία αποτύχει, κάποιοι υποθέτουν ότι μια ξένη τράπεζα, όπως πχ. η ιταλική UniCredit SpA, θα θελήσει να εξαγοράσει την Commerzbank. Επίσης, ακόμα και η Deutsche Bank μπορεί να είναι πλέον ευάλωτη σε μια εξαγορά από ξένους. Και μια τέτοια έξωθεν παρέμβαση θα αποτελούσε πλήγμα για το γερμανικό γόητρο.

Το μέλλον της Deutsche Bank είναι θέμα εθνικής σημασίας. Περισσότερο από σχεδόν οποιαδήποτε άλλη μεγάλη χώρα, η οικονομική ανάπτυξη της Γερμανίας εξαρτάται από τον κλάδο των εξαγωγών – και οι εξαγωγές με τη σειρά τους βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στη Deutsche Bank και την Commerzbank για την παροχή εμπορικών χρηματοδοτήσεων και άλλων σημαντικών τραπεζικών υπηρεσιών. Καθώς οι ανησυχίες για την επόμενη ύφεση αρχίζουν να εμφανίζονται πάνω από την Ευρώπη, δημιουργούνται ανησυχίες ότι η Γερμανία μπορεί να μην έχει στα χέρια της μεγάλο μέρος της εγχώριας χρηματοπιστωτικής βιομηχανίας σε περίπτωση που χτυπήσει αυτή η ύφεση.

Μετά από πολλά επεισόδια και παλινδρομήσεις, στις 17 Μαρτίου ο CEO της Deutsche Bank, ανακοίνωσε ότι η τράπεζα ξεκινούσε επίσημες συνομιλίες για συγχώνευση με την Commerzbank.


Βασικό αντεπιχείρημα στη συγχώνευση των δύο τραπεζών είναι ότι θα δημιουργηθεί μια τράπεζα υπερβολικά μεγάλη για να πέσει έξω. Επίσης, μπορεί να χαθούν έως και 30.000 θέσεις εργασίας.

Οι γερμανικές εφημερίδες έχουν αποκαλέσει το πιθανό deal ως «ατίμωση» και οι εκπρόσωποι των εργαζομένων έχουν δεσμευτεί να μποϊκοτάρουν τις διαπραγματεύσεις, αν δεν εγκαταλειφθεί η ιδέα. Επίσης, η Deutsche Bank μπορεί να χρειαστεί να πουλήσει νέες μετοχές πολλών δισ. για να καλύψει το κόστος της συγχώνευσης, μια κίνηση που μπορεί να οδηγήσει σε αραίωση (dilution) των υφιστάμενων μετοχών.

Ακόμα κι έτσι όμως ο CEO της DB, C. Sewing, συνεχίζει να επιμένει στη συγχώνευση, ζητώντας την υπομονή των επενδυτών , καθώς τώρα εστιάζει στην περικοπή των κοστών και στην σταθεροποίηση του μεριδίου αγοράς της τράπεζας. Όπως είπε, μπορεί να χρειαστούν μήνες προτού σκεφτεί ώς λύση για τα προβλήματα της τράπεζάς του τη συγχώνευση.

Σημειώνεται ότι το τελευταίο 12μηνο η μετοχή της Deutsche Bank έχει υποχωρήσει πάνω από 37%.

Newmoney

 
680
Thumbnail

Ο ιδρυτής της Foxconn Group, Terry Gou, διεκδικεί την υψηλότερη δουλειά στην Ταϊβάν, καθώς η καθαρή αξία της εταιρείας του, η οποία βασίζεται στη συναρμολόγηση iPhones για λογαριασμό της Apple Inc., έπεσε στα χαμηλότερα επίπεδα της τελευταίας εξαετίας.

ad1mobile

Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Gou, του οποίου οι εισηγμένες εταιρείες περιλαμβάνουν τις Hon Hai Precision Industry Co., FIH Mobile Ltd. και Sharp Corp. της Ιαπωνίας, είναι πλέον φτωχός. Η περιουσία του είναι περίπου 4,5 δισεκατομμύρια δολάρια, επίπεδο που τον κατατάσσει στο νο. 3 της λίστας των πλουσιότερων ανθρώπων στην Ταϊβάν, σύμφωνα με τον Δείκτη Bloomberg Billionaires.

>>> ΟΛΗ Η ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ BRIEF ΜΕ ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ <<<

Πάντως, η περιουσία του Gou ήταν 7,3 δισεκατομμύρια δολάρια τον Ιούνιο του 2017 και ήταν ο πλουσιότερος άνθρωπος της Ταϊβάν μέχρι τον Απρίλιο του 2018. Η αξία των εταιρειών του μειώθηκε εν μέσω ανησυχιών σχετικά με τη ζήτηση για iPhones και τον συνεχιζόμενο εμπορικό πόλεμο μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας.

ad2mobile

Η εισβολή του Gou στην πολιτική, την οποία ξεκίνησε ανακοινώνοντας την υποψηφιότητά του για την προεδρία την Τετάρτη, δεν έβλαψε την περιουσία του. Οι μετοχές της Hon Hai έχουν αυξηθεί περισσότερο από 21% μέσα τον Απρίλιο.

Ο Tsai Eng-meng, πρόεδρος της Want Want China Holdings Ltd. και ο Samuel Yin του ομίλου Ruentex, είναι σήμερα Νο 1 και 2 της Ταϊβάν στον Δείκτη Bloomberg Billionaires, με τις περιουσίες τους να βρίσκονται στα 6,1 δισ. δολάρια και 4,8 δισ. δολάρια αντίστοιχα.

,

s

ad1mobile
article 1