Πώς διαχειρίζονται την πανδημία οι ιθαγενείς της Βραζιλίας

Ένιωσαν τον τρόμο όταν έμαθαν για τον κορωνοϊό

Από τη μέρα που η πανδημία χτύπησε τη Βραζιλία, ξεκίνησε να χτυπά συναγερμός στις κοινότητες ιθαγενών της χώρας. Έχοντας ήδη δεχθεί ισχυρό πλήγμα από τις επιδημίες που προηγήθηκαν και μεταδόθηκαν από ετερόχθονες, ένιωσαν τον τρόμο όταν έμαθαν για τον κορωνοϊό.

Παρότι είναι γνωστό πως οι άνθρωποι αυτοί βρίσκονται σε κίνδυνο, με τα ποσοστά θνησιμότητας των ιθαγενών πληθυσμών του Αμαζονίου να είναι σχεδόν διπλάσια από εκείνα των πόλεων, η κυβέρνηση πήρε ελάχιστα μέτρα για την προστασία τους. Τον περασμένο μήνα, μάλιστα, ο Πρόεδρος Jair Bolsonaro άσκησε βέτο σε 16 ιδέες για την καταπολέμηση του ιού.

Σύμφωνα με το Συνδυασμό των Ιθαγενών Οργανισμών του Αμαζονίου της Βραζιλίας (COIAB), μέχρι την 21η Αυγούστου τα επιβεβαιωμένα κρούσματα ιθαγενών άγγιζαν τις 19.893. Οι θάνατοι έφταναν τους 588.

Στο São Gabriel da Cachoeira, το 90% των κατοίκων του οποίου είναι ιθαγενείς και βρίσκεται στα σύνορα με την Κολομβία και τη Βενεζουέλα, πραγματοποιείται μία τεράστια προσπάθεια για την αντιμετώπιση της πανδημίας. Σκοπός είναι να περιοριστεί στην περιοχή και  να μην εξαπλωθεί στα δάση — αν συμβεί κάτι τέτοιο, οι συνέπειες θα είναι καταστροφικές.

>> > Κορωνοϊός: Όλες οι εξελίξεις εδώ <<<

Η δημοτική επιτροπή με όνομα Coping with COVID-19 μαζί  με οργανισμούς όπως ο Σύνδεσμος Ιθαγενών Οργανισμών του Rio Negro (FOIRN), το Εθνικό Ίδρυμα Ιθαγενών (FUNAI), το Κοινωνικοπεριβαλλοντικό Ινστιτούτο (ISA), το Υπουργείο Υγείας και ο Στρατός ξεκίνησαν να λαμβάνουν δράση πριν ακόμη ο ιός φτάσει στην πόλη.

Πρώτα απ’ όλα, έγινε τεράστια ενημερωτική καμπάνια στα Πορτογαλικά και τις διαλέκτους των Nheengatu, των Tukanο και των Baniwa. Τυπώθηκαν φυλλάδια, εκπομπές στο ραδιόφωνο μιλούσαν για την πανδημία και τοποθετήθηκαν ηχεία στους δρόμους, ώστε όλοι να γνωρίζουν την κατάσταση.

Έπειτα, οι κάτοικοι μπήκαν σε ένα είδος καραντίνας. Με αυτόν τον τρόπο, για 37 μέρες η πόλη παρέμεινε ασφαλής. Έπειτα, ο ιός έφτασε και σ’ εκείνη. Βέβαια, ο κόσμος δεν ήθελε να υπακούσει στα μέτρα, ένιωθε να περιορίζεται. Πολλοί, σύμφωνα με τον πρόεδρο της επιτροπής, Marivelton Barroso, «έσπαγαν» το lockdown βγαίνοντας από την πίσω πόρτα του σπιτιιού τους. Σήμερα, κανείς δε γνωρίζει πώς εμφανίστηκε το πρώτο κρούσμα. Όμως, μέχρι να το συνειδητοποιήσουν, τα πράγματα είχαν βγει εκτός ελέγχου.

δ

«Είναι άλλο το να βλέπεις την πανδημία στην τηλεόραση, σε άλλες πόλεις και χώρες. Όταν έφτασε, φοβηθήκαμε. Πέντε άνθρωποι ξεψύχησαν στα σπίτια τους εκείνο το Σαββατοκύριακο. Ήταν απελπιστική η κατάσταση», δήλωσε στη Greenpeace η Wizer Almeida του ISA. Το νοσοκομείο της πόλης δεν είχε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας, ενώ υπήρχαν μόλις επτά αναπνευστήρες σε ολόκληρο το κτίριο. Από τις 9 Μαΐου έως τις 8 Ιουνίου, η κυβέρνηση επέβαλε νέο lockdown και καθιέρωσε την υποχρεωτική χρήση μάσκας. Μέχρι τις 23 Αυγούστου, στο São Gabriel da Cachoeira έχουν καταγραφεί 3.749 επιβεβαιωμένα κρούσματα και 51 θάνατοι.

Η Greenpeace της Βραζιλίας ένωσε της δυνάμεις της με τη δημοτική επιτροπή, είδε τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι ιθαγενείς του Αμαζονίου και βοήθησε σημαντικά στην αντιμετώπιση της κρίσης.

δ

Ξεκίνησαν να πραγματοποιούνται τεστ, μεταφέρθηκαν στην περιοχή φιάλες οξυγόνου, γεννήτριες ηλεκτρικού ρεύματος για τα νοσοκομεία, προστατευτικός ιατρικός εξοπλισμός, μάσκες, αντισηπτικά, τροφή και ραπτομηχανές, ώστε ο λαός να φτιάχνει τις δικές του μάσκες. Επιπλέον, επαγγελματίες υγείας κατέφθασαν κι ανέλαβαν τους ασθενείς, ενώ άρχισαν να εκπαιδεύουν τους νεότερους.

>>> Ροή Ειδήσεων Brief – Επιλεγμένο περιεχόμενο <<<

Οι μονάδες υγείας που δημιουργήθηκαν λέγονται Indigenous Primary Care Units (UAPI) και αναλαμβάνουν τους νοσούντες σε ήπια κατάσταση, καλύπτοντας τις ανάγκες τους. Μέχρι στιγμής, υπάρχουν 12 τέτοια νοσοκομεία στην ευρύτερη περιοχή.

«Αν καταφέρουμε να δώσουμε από νωρίς τη θεραπεία, θα καταφέρουμε να σώσουμε ζωές», έχει πει ο  Guilherme Reis Monção, o γιατρός που ανέλαβε τη βιωσιμότητα των μονάδων αυτών.

σ

Επιπλέον, υπάρχει τμήμα που ασχολείται αποκλειστικά με τις ομάδες υψηλού κινδύνου, καθώς δεν είναι λίγοι οι ηλικιωμένοι που αρνούνται να πάνε στα νοσοκομεία των μεγάλων αστικών κέντρων, από φόβο πως δε θα επιστρέψουν ποτέ.

«Εδώ,  οι άνθρωποι νιώθουν σαν στο σπίτι τους», είπε ο Guilherme.

Πηγή: portraits

 
14983