Παρέπεμψε δε, στη συμφωνία συνεργασίας του 2017 ανάμεσα στη Gazprom, τη ΔΕΠΑ και την ιταλική Edison

Για την προοπτική επέκτασης του Turkish Stream στην Ελλάδα, αλλά και στη Συμφωνία των Πρεσπών αναφέρθηκε ο πρέσβης της Ρωσίας στην Αθήνα, Αντρέι Μάσλοβ, σε συνέντευξη που παραχώρησε στο ρωσικό πρακτορείο ειδήσεων «Sputnik».

«Οι Έλληνες, πράγματι, έχουν δηλώσει επανειλημμένα το ενδιαφέρον, κάτι το οποίο συζητήθηκε και στις συνομιλίες μεταξύ του Βλαντίμιρ Πούτιν και του Αλέξη Τσίπρα, τον Δεκέμβριο, στη Μόσχα» υπενθύμισε ο Ρώσος διπλωμάτης, αναφερόμενος στο ζήτημα του αγωγού φυσικού αερίου.

>>> BLOOMBERG ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ  <<<

Παρέπεμψε δε, στη συμφωνία συνεργασίας του 2017 ανάμεσα στη Gazprom, τη ΔΕΠΑ και την ιταλική Edison, οι οποίες ανέλαβαν να διερευνήσουν το ζήτημα επέκτασης της ευρωπαϊκής γραμμής του αγωγού μέσω της Ελλάδας και της Ιταλίας.

«Δεν έχει αποφασιστεί ακόμα από πού θα περνάει η δεύτερη γραμμή του αγωγού -υπάρχουν διάφορες επιλογές. Η τελική απόφαση πρέπει να βασιστεί πρωτίστως στη βάση της οικονομικής ωφέλειας από την άποψη των εταιρειών. Θα υπολογιστεί πού είναι πιο επικερδές να επεκταθεί μια δεύτερη γραμμή» έσπευσε να επισημάνει, στη συνέχεια.

Κατά τον ίδιο εξάλλου, «εξίσου σημαντικό είναι να λάβουμε σαφείς εγγυήσεις από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ότι το σχέδιο δεν θα ακυρωθεί».  «Δεν θέλουμε να επαναληφθεί η μοίρα του αγωγού South Stream, ενός καλού και μεγάλου έργου, την υλοποίηση του οποίου πρακτικά ματαίωσε η Κομισιόν» εξήγησε.

Ειδική αναφορά έκανε και στη Συμφωνία των Πρεσπών, με τον Ρώσο διπλωμάτη να εγείρει ζήτημα «σοβαρής παραβίασης του εσωτερικού δίκαιου» της πΓΔΜ, κατά τη διαδικασία επισημοποίησης της συμφωνίας.

«Οι δυο πλευρές κατέληξαν σε συμφωνία, βρήκαν ένα νέο όνομα. Αυτό είναι ένα ζήτημα που αφορά τις δυο πλευρές, φαίνεται σαν να μην υπάρχει τίποτα κακό σε αυτό. Το πρόβλημα, ωστόσο, είναι ότι η διαδικασία επισημοποίησης της συμφωνίας έγινε με σοβαρή παραβίαση του εσωτερικού δικαίου μιας από τις χώρες. Το δημοψήφισμα για το όνομα εκεί απέτυχε. Παρόλα αυτά, η διαδικασία επικύρωσης αγνόησε τη βούληση του μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού της χώρας» επεσήμανε, μεταξύ άλλων.

Εκτίμησε δε, ότι «μια τόσο επιταχυνόμενη, πυρετώδης εισδοχή μιας βαλκανικής χώρας στο ΝΑΤΟ δεν μπορεί να αποτελέσει παράγοντα σταθερότητας».

Σε κάθε περίπτωση, ο Μάσλοβ παραδέχθηκε ότι «πρόκειται για τα εσωτερικά των δυο χωρών» και διαβεβαίωσε ότι «δεν θέλουμε να παρέμβουμε ή να δώσουμε συμβουλές σε αυτές τις πτυχές της συμφωνίας».

>>> ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ & ΕΡΕΥΝΕΣ BRIEF <<<

«Οι δύο χώρες διαπραγματεύτηκαν, κατέληξαν στη συγκεκριμένη συμφωνία, συμφώνησαν για ένα όνομα. Καλή ή κακή, αυτή είναι -δεν εναπόκειται σε εμάς να το κρίνουμε αυτό. Αλλά ο τρόπος, με τον οποίο επιτεύχθηκε η συμφωνία και πώς υπαγορεύτηκαν όλα αυτά -και υπαγορεύτηκαν από την επιθυμία να μπει γρήγορα μια χώρα στο ΝΑΤΟ, όπως αποφασίστηκε στην Ουάσιγκτον- προκαλούν ανησυχία, διότι υπονομεύει τη σταθερότητα στα Βαλκάνια» κατέληξε.

naftemporiki.gr


 

Tags
 
691
Thumbnail

Η ρωσική κυβέρνηση αναμένεται να διαθέσει εφέτος περίπου 220 δισεκατομμύρια ρούβλια (3,3 δισεκατομμύρια δολάρια) από το Ταμείο Εθνικού Πλούτου στις ρωσικές πετρελαϊκές εταιρείες στο πλαίσιο μιας συμφωνίας που προβλέπει να διατηρηθούν σε χαμηλά επίπεδα οι τιμές της βενζίνης και του πετρελαίου, δήλωσε αξιωματούχος του ρωσικού Υπουργείου Οικονομικών.    
    
Η ρωσική κυβέρνηση και οι πετρελαϊκές εταιρείες είχαν καταλήξει τον περασμένο χρόνο σε συμφωνία, η οποία προέβλεπε την μείωση των τιμών χονδρικής στο εσωτερικό της χώρας ως ένα προσωρινό μέτρο, ώστε να συγκρατηθούν οι τιμές κόστους στο πετρέλαιο και το ντίζελ που είναι ένα πολιτικά ευαίσθητο ζήτημα.   

ad1mobile

>>> ΟΛΗ Η ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ BRIEF ΜΕ ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ <<<

Με βάση τη συμφωνία αυτή, η οποία τέθηκε σε ισχύ από τον Νοέμβριο και θα έχει ισχύ έως τις 30 Ιουνίου, οι πετρελαϊκές εταιρείες θα μπορούν να αυξάνουν σταδιακά τις τιμές κόστους, οι οποίες άρχισαν να αυξάνονται ακολουθώντας τις διεθνείς τιμές πετρελαίου.  

Η Ρωσία η οποία συμμετέχει στην διεθνή συμφωνία για την μείωση της παραγωγής του πετρελαίου, ευνοήθηκε με το να ενισχύσει την τιμή του αργού πετρελαίου που αποτελεί και τη βασική πηγή κρατικών εσόδων. Ωστόσο η εξέλιξη αυτή είχε την δική της επίδραση στην εσωτερική αγορά, καθώς το κόστος της βενζίνης είναι ένας από τους βασικούς παράγοντες που επηρεάζουν τον πληθωρισμό και την πολιτική της Κεντρικής τράπεζας στην διαμόρφωση της ισοτιμίας του ρωσικού νομίσματος.   
    
Ο Αλεξέι Σαζάνοφ, επικεφαλής της διεύθυνσης φορολόγησης του ρωσικού υπουργείου Οικονομικών, δήλωσε στους δημοσιογράφους, ότι τον Φεβρουάριο το κράτος κατέβαλε στις πετρελαϊκές εταιρείες τα ποσά των 20-30 δισεκατομμυρίων ρουβλίων για να παραμείνουν υπό έλεγχο οι τιμές των καυσίμων.    
   
Η Ρωσία χρησιμοποιεί το Ταμείο Εθνικού Πλούτου ως μαξιλάρι ασφαλείας για να αντιμετωπίσει ενδεχόμενες κρίσεις που προκαλούνται από εξωγενείς παράγοντες, για να πληρώνει τις συντάξεις ή, για να στηρίξει κάποια μεγάλα δημόσια έργα. Οι κανόνες που διέπουν την χρήση των κονδυλίων είναι αυστηροί καθώς το κράτος θέλει να διατηρήσει το Ταμείο Εθνικού Πλούτου.    

Ο Σαζάνοφ δήλωσε πως η εκτίμηση του είναι ότι για όλο το διάστημα του 2019, το Ταμείο Εθνικού Πλούτου θα καταβάλλει στις ρωσικές πετρελαϊκές εταιρείες περίπου 210 δισεκατομμύρια ρούβλια.  

«Εάν πληρώνουμε τα χρήματα θέλουμε να έχουμε μια ποιοτική υπηρεσία ως ανταπόδοση. Η υπηρεσία αυτή πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα ο καταναλωτής να βλέπει ότι οι τιμές στα βενζινάδικα είναι ανταποδοτικές των ποσών που καταβάλλονται στις πετρελαϊκές εταιρείες», δήλωσε ο Σαζάνοφ.      

>>> ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΕΡΕΥΝΕΣ & ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ ΤΗΣ BRIEF <<<

Σύμφωνα με τους «δημοσιονομικούς κανόνες» οποιαδήποτε έσοδα που προέρχονται από τις τιμές του πετρελαίου και υπερβαίνουν τα 40 δολάρια το βαρέλι, πηγαίνουν στο Ταμείο Εθνικού Πλούτου, το οποίο συνιστά τμήμα των αποθεμάτων χρυσού και διεθνών συναλλαγματικών αποθεμάτων της Ρωσίας, τα οποία διαχειρίζεται η Κεντρική Τράπεζα.    

ad2mobile

Το Εθνικό Ταμείο Πλούτου αυτή την στιγμή διαθέτει 59 δισεκατομμύρια δολάρια και αναμένεται να τετραπλασιάσει το απόθεμα του, φθάνοντας τα 200 δισεκατομμύρια δολάρια το 2012, ποσό που αναλογεί στο 12% του ΑΕΠ της χώρας.  

ΠΗΓΗ: ΑΠΕ

article 1