Εξαιτίας της συρρίκνωσης του ΑΕΠ το CBO υποβάθμισε την πρόβλεψη του για την περίοδο 2020-2030 κατά $7,9 τρις

Η αμερικανική οικονομία θα χρειαστεί περίπου δέκα χρόνια για να ανακάμψει πλήρως από την πανδημία, σύμφωνα με το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κογκρέσου (CBO).

Εξαιτίας της συρρίκνωσης του ΑΕΠ το CBO υποβάθμισε την πρόβλεψη του για την περίοδο 2020-2030 κατά 7,9 τρισ. δολάρια ή 3% του ΑΕΠ σε σχέση με τις προβλέψεις του Ιανουαρίου.

Το ΑΕΠ δεν πρόκειται να ανέλθει στα επίπεδα των προγενέστερων προβλέψεων ώς το τέταρτο τρίμηνο του 2029, προσθέτει το CBO.

Το πακέτο των 3,3 τρισ. δολαρίων «απλώς θα μετριάσει την επιδείνωση των οικονομικών συνθηκών».

>>> Ροή Ειδήσεων Brief – Επιλεγμένο περιεχόμενο <<<

«Μετά το αρχικό άλμα της οικονομικής δραστηριότητας που θα έρθει λόγω αρσης lockdown, θα δούμε μια οικονομία η οποία θα κινείται με ρυθμούς αρκετά χαμηλότερους από την περίοδο πριν τον κορωνοϊό» δήλωσε η Μισέλ Μέγιερ, επικεφαλής οικονομολόγος της BofA Merrill Lynch.

Όπως αναφέρει η WSJ, οι μετρήσεις για τη μεταποίηση τόσο στις ΗΠΑ, όσο και την Ασία και την Ευρώπη, μιλούν για σταδιακή ανάκαμψη από τα ιστορικά χαμηλά των δύο προηγούμενων μηνών. Ωστόσο, το κλίμα παραμένει αρνητικό, καταδεικνύοντας ότι η ανάκαμψη που αναμένεται να ακολουθήσει τους ερχόμενους μήνες θα είναι εύθραυστη.

Ο δείκτης μεταποίησης του ινστιτούτου ISM ενισχύθηκε τον Μάιο στις 43,1 μονάδες από το χαμηλό 11 ετών των 41,5 μονάδων τον Απρίλιο. Παραμένει ωστόσο κάτω από τις 50 μονάδες κατι που σημαίνει συρρίκνωση και όχι επέκταση.

Το CBO αναμένει πλέον ότι το ΑΕΠ των ΗΠΑ θα είναι 5,6% μικρότερο το τέταρτο τρίμηνο του 2020 σε σχέση με έναν χρόνο πριν, ενώ στο τέλος του 2019 προέβλεπε ανάπτυξη 2,2% το 2020.

Πηγή: newmoney

 
4208
Thumbnail

Η κρίση του κορωνοϊού θα μετασχηματίσει τις οικονομίες και οι υπεύθυνοι για την άσκηση της πολιτικής πρέπει να προετοιμαστούν γι’ αυτό, αναφέρουν κορυφαία στελέχη του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) σε άρθρο τους με τίτλο: «Δημοσιονομικές πολιτικές για έναν μετασχηματισμένο κόσμο».

ad1mobile

Η επικεφαλής οικονομολόγος Γκίτα Γκόπινατ και ο επικεφαλής της Διεύθυνσης Δημοσιονομικών Υποθέσεων του Ταμείου, Βίτορ Γκασπάρ, που είναι οι συντάκτες του άρθρου, σημειώνουν ότι «πολλές από τις θέσεις εργασίας που θα καταστραφούν από την κρίση πιθανόν δεν θα επανέλθουν» και για τον λόγο αυτόν «θα είναι αναγκαίο να διευκολυνθεί η μεταφορά πόρων από τομείς που είναι πιθανόν να συρρικνωθούν μόνιμα, όπως των αερομεταφορών, σε τομείς που θα αναπτυχθούν, όπως των ψηφιακών υπηρεσιών».

Τα στελέχη του ΔΝΤ σημειώνουν ακόμη ότι θα πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ των εταιρειών που δεν έχουν ρευστότητα αλλά είναι αξιόχρεες και αυτών που δεν είναι αξιόχρεες.

>>> Ροή Ειδήσεων Brief – Επιλεγμένο περιεχόμενο <<<

«Οι κυβερνήσεις θα πρέπει να λάβουν περαιτέρω μέτρα, όπως να χρησιμοποιήσουν μετατρέψιμα ομόλογα και να χορηγήσουν μετοχικό κεφάλαιο (ή ακόμη και να εθνικοποιήσουν προσωρινά) στρατηγικές και συστημικές εταιρείες. Πολλές χώρες θα χρειαστεί, επίσης, να λάβουν γρήγορες και αποφασιστικές δράσεις για να βελτιώσουν τους νομοθετημένους μηχανισμούς για την επίλυση του υπερβάλλοντος χρέους και την αποτροπή μακροπρόθεσμων οικονομικών πληγών», αναφέρουν.

Κορυφαία προτεραιότητα της δημοσιονομικής πολιτικής, σύμφωνα με το ΔΝΤ, παραμένει η δημόσια υγεία, καθώς οι πολιτικές που περιορίζουν τους κινδύνους για την υγεία συμβάλλουν σημαντικά στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης, βοηθώντας έτσι την οικονομική δραστηριότητα και απασχόληση και μειώνοντας τις πιέσεις στα δημόσια οικονομικά. 

Στο μέλλον, οι έγκαιρες και στοχευμένες διαδικασίες για τον περιορισμό του ιού «θα έχουν πολύ μικρότερο οικονομικό και δημοσιονομικό κόστος σε σύγκριση με μία γενική καραντίνα» επισημαίνουν οι συντάκτες του άρθρου.

ad2mobile

Το ΔΝΤ τονίζει ότι η δημοσιονομική πολιτική πρέπει να παραμείνει υποστηρικτική και ευέλικτη έως ότου υπάρξει μία ασφαλής και μόνιμη έξοδος από την κρίση. Όπως σημειώνει, «αν και το δημόσιο χρέος θα μπορούσε να αυξηθεί περαιτέρω σε ένα δυσμενές σενάριο, μία νωρίτερα από ό,τι δικαιολογείται δημοσιονομική υποχώρηση αποτελεί έναν ακόμη μεγαλύτερο κίνδυνο εκτροχιασμού της ανάκαμψης, με υψηλότερο μελλοντικό δημοσιονομικό κόστος».

ΠΗΓΗ: ΑΠΕ-ΜΠΕ
 

article 1