Όλοι οι συναγερμοί για τις αγορές είναι στο «κόκκινο»

Το δολάριο έχει πάρει την ανηφόρα λόγω των υψηλών επιτοκίων

Οι χρηματιστηριακοί δείκτες είναι 25% κάτω από τα υψηλά τους, ενώ οι τιμές των ομολόγων έχουν χάσει 20% από τις αρχές του χρόνου καθώς οι επενδυτές ξεπουλάνε, αργά -προς το παρόν- αλλά σταθερά.

Το δολάριο έχει πάρει την ανηφόρα λόγω των υψηλών επιτοκίων, με αποτέλεσμα το ευρώ να έχει χάσει 15% από τις αρχές του χρόνου και η ισοτιμία να διαμορφώνεται τώρα στο 0,98 ευρώ για ένα δολάριο.

Πολλοί αναλυτές μάλιστα «βλέπουν» ότι μέσα στους επόμενους μήνες το ευρώ θα επιστρέψει στα χαμηλά της δεκαετίας του 2000, ήτοι 10% χαμηλότερα από ότι σήμερα, στα 0,88 ευρώ για ένα δολάριο.

Η FED θα συνεχίσει να αυξάνει τα επιτόκιά της, που είναι σήμερα στο 3-3,25% και η ΕΚΤ θα υποχρεωθεί να κινηθεί κι αυτή ανοδικά, αλλά με το επιτόκιό της να είναι στο 0,75% είναι βέβαιο ότι οι μετακινήσεις κεφαλαίων προς το δολάριο θα συνεχιστούν, ωθώντας την ισοτιμία ακόμα υψηλότερα.

Η βασική αιτία της ανησυχίας των επενδυτών είναι το τοξικό κοκτέιλ που διαμορφώνει ο συνδυασμός των υψηλών επιτοκίων, πληθωρισμού και οικονομικής ύφεσης που θεωρείται πλέον βέβαιη, τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ευρωζώνη.

Τα υψηλά επιτόκια «σκοτώνουν» την οικονομική δραστηριότητα, ενώ αλλάζουν και τα δεδομένα για τις μετοχές. Όσο ψηλότερα ανεβαίνουν τα επιτόκια, τόσο πιο ακριβές «φαίνονται» οι μετοχές με βάση το δείκτη τιμής προς κέρδη (P/E).

Τα προηγούμενα χρόνια που τα επιτόκια ήταν στο μηδέν, ένα μικρό μέρισμα από τις μετοχές ήταν προτιμότερο από τον ανύπαρκτο τόκο, οπότε ήταν δικαιολογημένες υψηλότερες τιμές μετοχής σε σχέση με τα κέρδη (P/E). Η «εξίσωση» αυτή ήταν μια από τις βασικές αιτίες που τροφοδότησε το χρηματιστηριακό ράλι.

Τώρα όμως τα δεδομένα αντιστρέφονται, και όσο τα επιτόκια ανεβαίνουν τόσο πιο ακριβές γίνονται οι μετοχές, οπότε οι επενδυτές είναι «υποχρεωμένοι» να πουλήσουν.

Πολλοί αναλυτές μάλιστα πιστεύουν ότι τώρα που ο δείκτης SP500 του χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης έσπασε το επίπεδο των 3.600 μονάδων, που ήταν σημαντικό σημείο αντίστασης, είναι βέβαιο ότι θα κινηθεί ακόμα χαμηλότερα.

Το μόνο ερώτημα για πολλούς είναι εάν η πτώση θα συνεχίσει να είναι σταδιακή, όπως συμβαίνει μέχρι τώρα ή εάν θα συμβεί κάτι που θα προκαλέσει βίαιες αναταράξεις.

Είναι ενδεικτικό ότι μέσα στο Σαββατοκύριακο, η αγορά έδειξε ανησυχία για την Credit Suisse καθώς τα ασφάλιστρα κινδύνου (CDS) για τα ομόλογα της συγκεκριμένης τράπεζας εκτινάχθηκαν, ενώ η τιμή της μετοχής της υποχωρεί σταθερά και από 14,9 δολάρια το Φεβρουάριο του 2021 έχει πέσει στα 3,9 δολάρια.

Εκείνο όμως που πυροδότησε την ανησυχία για την Credit Suisse είναι η επιστολή του CEO της τράπεζας Ούλριχ Κέρνερ την περασμένη Παρασκευή, με την οποία ζητούσε από τα στελέχη να… μην δίνουν σημασία στο θόρυβο που θα παρουσιαστεί στα media για την εταιρεία και να μην… συγχέουν την καθημερινή χρηματιστηριακή διακύμανση με τα θεμέλια της εταιρείας.

Το ζήτημα, βέβαια, είναι ότι ακριβώς αυτά τα θεμέλια της Credit Suisse είναι το πρόβλημα, καθώς η εταιρεία αναζητεί κεφάλαια και πλάνο για να διασωθεί.

Η Credit Suisse τα τελευταία χρόνια έχει εμπλακεί σε σωρεία σκανδάλων (Archegos, ξέπλυμα χρήματος στη Βουλγαρία, βιομηχανική κατασκοπεία, ύποπτη πελατεία -από ναρκέμπορους μέχρι εμπόρους όπλων) και χάνει συνεχώς φήμη και πελατεία.

Ο Ούλριχ Κέρνερ υποτίθεται ότι έχει σχέδιο για να σηκώσει κεφάλαια από την αγορά, αλλά σε περιβάλλον υψηλών επιτοκίων όλα πλέον γίνονται δύσκολα. Έτσι, το μήνυμα του Κέρνερ την Παρασκευή σε συνδυασμό με το άλμα των CDS για τα ομόλογα της Credit Suisse έγινε δεκτό ως σήμα κινδύνου για την αγορά και τα social media με επενδυτικό προσανατολισμό γέμισαν με μηνύματα για επικείμενη πτώχευση και μια νέα «στιγμή Lehman Brothers».

Οι λογαριασμοί, αυτοί μάλιστα, συνέκριναν τις καθησυχαστικές δηλώσεις των αρμοδίων για τη Credit Suisse με εκείνες που έκαναν λίγο πριν το κραχ του 2008 για την Bear Sterns και την Lehman Brothers -με εντυπωσιακά παρόμοια γλώσσα.

Πιο ψύχραιμες αναλύσεις σε καθιερωμένα μέσα ενημέρωσης κάνουν λόγο για υπερβολές και επισημαίνουν ότι τα cds δεν έχουν φτάσει σε επίπεδα αντίστοιχα με εκείνα εταιρειών που κατέρρευσαν το 2007-2009 και είναι περίπου στο μισό ύψος. Αλλά αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι στη σημερινό περιβάλλον ο συστημικός κίνδυνος βρίσκεται και πάλι στα ύψη.

Η άνοδος των επιτοκίων δημιουργεί σοβαρά προβλήματα σε όλους όσοι είχαν υπερδανειστεί την προηγούμενη δεκαετία που τα επιτόκια ήταν στο μηδέν, είτε είναι εταιρείες, είτε κράτη, είτε νοικοκυριά.

Το συνολικό παγκόσμιο χρέος ξεπέρασε τα 300 τρισεκατομμύρια δολάρια το 2021 (από 215 τρισ. δολάρια το 2015) και έφτασε στο 350% του παγκόσμιου ΑΕΠ (από 220% του ΑΕΠ το 2015).

Με άλλα λόγια, σε ένα τέτοιο περιβάλλον, ουδείς μπορεί να προβλέψει από πού θα εμφανιστεί ο επόμενος συστημικός κίνδυνος.

newmoney.gr

 
11342