Έλληνες Εφοπλιστές: Η ελληνική ναυτιλία αντιπροσωπεύει το 53% του στόλου της ΕΕ και σχεδόν το 21% του παγκόσμιου στόλου

Συνεχείς και πολυδιάστατες ήταν οι προκλήσεις στο εμπόριο το προηγούμενο δωδεκάμηνο, με περιορισμένες χρηματοδοτικές πηγές για δανεισμό και κυρίως, μεγάλες πολιτικές πιέσεις για την περιβαλλοντική απόδοση των πλοίων, αναφέρει μεταξύ άλλων στα συμπεράσματα της ετήσιας έκθεσης της η Ένωση Ελλήνων Εφοπλιστών (ΕΕΕ), η οποία δόθηκε στη δημοσιότητα νωρίτερα σήμερα.

«Ο στόχος πρέπει να είναι η επίτευξη καλύτερης νομοθεσίας, "better regulation" και αυτό ανάγεται σε πρωταρχική και μέγιστη πρόκληση για τους υπεύθυνους χάραξης της ναυτιλιακής πολιτικής», αναφέρεται χαρακτηριστικά στην έκθεση.

Η ελληνική ναυτιλία αντιπροσωπεύει το 53% του στόλου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και σχεδόν το 21% του παγκόσμιου στόλου σε dwt (dead weight tonnage = χωρητικότητα εκτοπίσματος), όπως προκύπτει από τα στοιχεία της Ένωσης Ελλήνων Εφοπλιστών.

>>> ΟΛΗ Η ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ BRIEF ΜΕ ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ <<<

«Σε εθνικό επίπεδο, η ελληνόκτητη ναυτιλία αυταπόδεικτα έχει αναγορευθεί σε εθνικό κεφάλαιο υπερκομματικού χαρακτήρα για τη χώρα μας και παραμένει κοινός στόχος Πολιτείας και εφοπλισμού να διατηρηθούν οι στενοί δεσμοί της με τον τόπο. Η προϋπόθεση είναι μία: να παραμείνει διεθνώς ανταγωνιστική και άρα βιώσιμη», τονίζει η Ένωση στην έκθεσή της, ζητώντας από την πολιτεία να εκμεταλλευτεί τη δυναμική της ποντοπόρου ναυτιλίας και του ευρύτερου ναυτιλιακού πλέγματος για να δημιουργήσει μία ευρύτερη, αναπτυξιακή πλατφόρμα, επιχειρηματικά ελκυστική, η οποία θα ισχυροποιήσει σημαντικά τη θέση της Ελλάδας ως διεθνούς ναυτιλιακού κόμβου, με δυνατές προοπτικές ενίσχυσης της προστιθέμενης αξίας για την οικονομία.

Στα συμπεράσματα της έκθεσης τονίζεται ακόμα πως οι ευκαιρίες που ανοίγονται για την Ελλάδα από την ελληνική εμπορική ναυτιλία είναι ποικίλες «και επιβάλλεται να τις εκμεταλλευτεί, αξιοποιώντας αποφασιστικά και σε όλα τα επίπεδα την καίρια γεωπολιτική της θέση και τη μεγάλη σύγχρονη ναυτιλιακή δύναμη που διαθέτει -αναπόσπαστο στοιχείο της εθνικής της ταυτότητας και διακριτικό γνώρισμα του λαού της», αναφέρεται χαρακτηριστικά και προστίθεται: «To 2018 ξεκίνησε με θετικές προβλέψεις για την παγκόσμια οικονομία, αλλά, καθώς η βιομηχανική παραγωγή μειώθηκε, το εμπόριο επιβραδύνθηκε και μειώθηκε η επιχειρηματική εμπιστοσύνη, τελικά η παγκόσμια οικονομία οδηγήθηκε στο να απωλέσει την αρχική της δυναμική. Η παγκόσμια ανάπτυξη, η οποία έφτασε σχεδόν στο 4% το 2017, υποχώρησε στο 3,6% το 2018, ενώ επίκειται περαιτέρω μείωση στο 3,3% το 2019».

>>> Όλες οι οικονομικές ειδήσεις για την Ελλάδα, με επιλεγμένο περιεχόμενο <<<

Όσον αφορά την παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη το 2020, η έκθεση εκτιμά πως αναμένεται να επιστρέψει στο 3,6%.

Σε ό,τι αφορά τη συμβολή της ελληνικής ναυτιλίας στη χώρα, η έκθεση σημειώνει πως αυτή «περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, έμμεσες οικονομικές επενδύσεις, ευκαιρίες απασχόλησης και την προβολή της εικόνας της χώρας σε διεθνές επίπεδο, ως σημαντικού εμπορικού και στρατηγικού εταίρου σημαντικών οικονομικών και πολιτικών δυνάμεων, με το 22,5% και το 20,3% της δραστηριότητας του ελληνικού στόλου να εξυπηρετεί το εμπόριο από/προς τις ΗΠΑ και την Ευρώπη αντίστοιχα και με το μεγαλύτερο μερίδιο της δραστηριότητας του ελληνικού στόλου, δηλαδή το 31,8%, να εξυπηρετεί τις ταχέως αναπτυσσόμενες ασιατικές οικονομίες».

ΑΠΕ-ΜΠΕ

 
2211
Thumbnail

Ραγδαία επιδείνωση σημείωσε τον περασμένο Απρίλιο ο δείκτης όγκου λιανικού εμπορίου (-25,5% από -0,3% τον Μάρτιο), με την εν λόγω πτώση να είναι η υψηλότερη ανάμεσα στις χώρες της ΕΕ-28.

ad1mobile

Σύμφωνα με σχετική ανάλυση της Eurobank, η εξέλιξη αυτή ήταν αναμενομένη, δεδομένου ότι καθ’ όλη τη διάρκεια του Απριλίου εφαρμόστηκαν αυστηρά μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης, με αποτέλεσμα τη δημιουργία τεχνητών περιορισμών για την πραγματοποίηση αγορών. Ένας επιπρόσθετος ερμηνευτικός παράγοντας δύναται να θεωρηθεί η πιθανή αύξηση της αποταμίευσης για σκοπούς προφύλαξης από μια ενδεχόμενη μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών στο μέλλον. «Η ποσοστιαία μείωση του όγκου των πωλήσεων δεν ήταν ομοιόμορφη.

Έντονα αρνητικά ξεχώρισαν η ένδυση και υπόδηση (-50,0%), τα έπιπλα, ηλεκτρικά είδη και οικιακός εξοπλισμός (-44,4%) και τα βιβλία, χαρτικά και λοιπά είδη (-43,7%, με την εν λόγω κατηγορία να περιλαμβάνει και αγαθά όπως αθλητικός εξοπλισμός, ηλεκτρονικοί υπολογιστές, τηλεπικοινωνιακός εξοπλισμός κ.α.)», επισημαίνει η τράπεζα και προσθέτει:

>>> Οι οικονομικές εξελίξεις σήμερα <<<

«Ειδικά στην ένδυση και υπόδηση ο όγκος των πωλήσεων συρρικνώθηκε ραγδαία για 2ο μήνα στη σειρά με αποτέλεσμα την πρωτοφανή πτώση του τζίρου κατά – 73,2% σε σύγκριση με τον Φεβρουάριο 2020. Τέλος, ο δείκτης όγκου λιανικού εμπορίου μειώθηκε στα πολυκαταστήματα (-34,8%), στα καύσιμα και λιπαντικά αυτοκινήτων (-27,1%), στα τρόφιμα, ποτά και καπνό (-20,8%), στα φαρμακευτικά και καλλυντικά (-17,9%) και στα μεγάλα καταστήματα τροφίμων (-16,5% από αύξηση 18,0% τον Μάρτιο 2020)».

Σύμφωνα με την Eurobank, η μεγάλη μείωση που καταγράφηκε τον επίμαχο μήνα, 1ον στον όγκο των πωλήσεων του λιανικού εμπορίου, 2ον στην παραγωγή του μεταποιητικού τομέα και 3ον στις εξαγωγές και τις εισαγωγές αγαθών και υπηρεσιών (πλην καυσίμων και πλοίων) σηματοδοτούν την επιτάχυνση της πτώσης του πραγματικού ΑΕΠ στην Ελλάδα το 2ο τρίμηνο 2020. «Αυτό το ποιοτικό χαρακτηριστικό δεν αφορά μόνο την Ελληνική οικονομία αλλά το σύνολο των χωρών της ΕΕ-28.

>>> Όλες οι έρευνες και αναλύσεις της Brief <<<

Ωστόσο, λόγω της πολύ χαμηλής βάσης που αναμένεται να δημιουργήσει η υψηλή τριμηνιαία πτώση του πραγματικού ΑΕΠ το 2ο τρίμηνο 2020, για το 3ο τρίμηνο 2020 προβλέπεται ενίσχυση σε τριμηνιαία βάση. Όπως ένα ποσοστό της ύφεσης του 2ου τρίμηνου ήταν αμιγώς μηχανικό – ειδικά για την περίοδο Απριλίου 2020 ως τις αρχές Μαΐου 2020 – το ίδιο θα ισχύσει και για ένα ποσοστό της προβλεπόμενης ανάκαμψης του 3ου τριμήνου 2020 (κάνοντας την υπόθεση ότι δεν θα υπάρξει κάποια απότομη αρνητική εξέλιξη στο υγειονομικό πεδίο).

ad2mobile

Η δυναμική της τελευταίας θα εξαρτηθεί σε έναν βαθμό από την πορεία των τουριστικών εισπράξεων και από την επίδραση των δημοσιονομικών μέτρων στην εγχώρια ζήτηση και προσφορά», καταλήγει.

Πηγή: Αγγελική Βελεσιώτη/newmoney

article 1