Τι ειπώθηκε στη τηλεδιάσκεψη με τους αναλυτές – Ελαφρώς ανοδικά και η ελληνική αγορά 

Επιτάχυνση του ρυθμού ανάπτυξης της Coca Cola HBC προβλέπει για φέτος η διοίκηση της εταιρείας, σύμφωνα με τα όσα είπε κατά τη διάρκεια της τηλεδιάσκεψης με τους αναλυτές.

Συγκεκριμένα, εκτιμά ότι η αύξηση των πωλήσεων σε ουδέτερη συναλλαγματική βάση θα είναι περίπου 5-6% έναντι 4,4% που κατεγράφη πέρυσι. Όπως φαίνεται, για την εξέλιξη αυτή η εταιρεία ποντάρει αφενός στην επανάληψη των καλών καιρικών συνθηκών που επικράτησαν στην Ευρώπη κατά την περυσινή χρονιά, αφετέρου στην διοργάνωση φέτος ενός μεγάλου αθλητικού γεγονότος, του ευρωπαϊκού πρωταθλήματος ποδοσφαίρου,  που συνήθως δίνει μία ώθηση στις πωλήσεις.

>>> Ροή Ειδήσεων Brief – Επιλεγμένο περιεχόμενο <<<

Παράλληλα θα εντείνει τις προσπάθειες επέκτασης σε νέες αγορές. Σε αυτό το πλαίσιο θα δοθεί βάρος στα Costa Coffee σε τουλάχιστον 10 από τις αγορές που δραστηριοποιείται ο όμιλος.

Η διοίκηση υπό τον κ. Ζόραν Μπογκντάνοβιτς, που πρότεινε και τη διανομή μερίσματος 0,62 ευρώ ανά μετοχή, προσβλέπει δε σε βελτίωση του περιθωρίου κέρδους σε 11,2% (περιθώριο ΕΒΙΤ) φέτος και ακόμα μεγαλύτερο τις επόμενες χρήσεις.

Σημειωτέον ότι με βάση τις οικονομικές καταστάσεις του 2019 που ανακοίνωσε χθες (13/2) ο όμιλος, οι καθαρές ταμειακές ροές αυξήθηκαν κατά 19,6% σε 442,6 εκατ. ευρώ

>>> Όλες οι έρευνες και αναλύσεις της Brief <<<

Η ελληνική αγορά 
Σε ο,τι αφορά την ελληνική αγορά, σύμφωνα με τις οικονομικές καταστάσεις πουλήθηκαν πέρυσι συνολικά 112,6 εκατ. κιβώτια προϊόντων, 0,8% περισσότερα σε σχέση με το 2018. Μία εξέλιξη που αποδίδεται αφενός στις καλές κλιματολογικές συνθήκες, ιδίως στο β’ εξάμηνο, καθώς και στη σταθερή ανάκαμψη της οικονομίας.

Σε επίπεδο ομίλου οι πωλήσεις έφθασαν πέρυσι πέρυσι τα 2,264 δισ. κιβώτια προϊόντων, 3,3% περισσότερα από το 2018, με τις καθαρές πωλήσεις της να έχουν ξεπεράσει πλέον τα 7,02 δισ. Ευρώ.

Πηγή: newmoney
 

Tags
 
1951
Thumbnail

Πρωτογενές πλεόνασμα ύψους 498 εκατομμύρια ευρώ παρουσίασε ο προϋπολογισμός τον Ιανουάριο του 2020, μήνα κατά τον οποίο επιβεβαιώθηκε η καλή πορεία των φορολογικών εσόδων τα οποία υπερέβησαν οριακά τον στόχο.

ad1mobile

Ο Ιανουάριος ήταν «ένας ήρεμος μήνας» σε ότι αφορά την πορεία εκτέλεσης του προϋπολογισμού, δήλωσε ο υφυπουργός Οικονομικών Θεόδωρος Σκυλακάκης, παρουσιάζοντας τα στοιχεία για την πορεία εκτέλεσης του προϋπολογισμού.

>>> Οι οικονομικές εξελίξεις σήμερα <<<

Όπως εξήγησε ο υφυπουργός, τον Ιανουάριο η πορεία των φορολογικών εσόδων ήταν θετική ενώ μικρή υστέρηση υπήρξε στα έσοδα του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων η οποία οφείλεται σε γραφειοκρατικούς λόγους (350-400 εκατ. ευρώ εισπράχθηκαν το τέλος του μήνα και αποτυπώθηκαν στον Φεβρουάριο), ενώ μικρή υπέρβαση σημειώθηκε στις δαπάνες για τεχνικούς λόγους που αποδίδονται στην ανταλλαγή ομολόγων μεταξύ Εθνικής Τράπεζας και Δημοσίου (εγγράφηκαν αυξημένοι τόκοι 200 εκατ. ευρώ τον Ιανουάριο από την συγκεκριμένη πράξη το ύψος των οποίων θα μειωθεί το Μάρτιο).

Τα στοιχεία του προϋπολογισμού

Αναλυτικότερα, τον Ιανουάριο το πρωτογενές πλεόνασμα του προϋπολογισμού ανήλθε σε 498 εκατ. ευρώ έναντι στόχου για πρωτογενές πλεόνασμα 1,269 δισ. ευρώ. Το ύψος των καθαρών εσόδων του κρατικού προϋπολογισμού ανήλθε σε 3,915 δισ. ευρώ παρουσιάζοντας μείωση 743 εκατομμύρια ευρώ ή 16% έναντι του στόχου, γεγονός που οφείλεται στα μειωμένα έσοδα του ΠΔΕ καθώς και στις αυξημένες επιστροφές φόρων. Τα συνολικά έσοδα του προϋπολογισμού ανήλθαν σε 4,263 δισ ευρώ μειωμένα κατά 645 εκατ. ευρώ ή κατά 13,2% έναντι του στόχου. Τα έσοδα από φόρους ανήλθαν σε 4,055 δισ. ευρώ αυξημένα κατά 7 εκατ. ευρώ έναντι του στόχου. Οι επιστροφές εσόδων ανήλθαν σε 348 εκατ. ευρώ αυξημένες κατά 98 εκατ. ευρώ έναντι του στόχου. Τα έσοδα του ΠΔΕ ανήλθαν σε 43 εκατ. ευρώ, μειωμένα κατά 644 εκατ. ευρώ συγκριτικά με τον στόχο.

ad2mobile

Οι δαπάνες του προϋπολογισμού τον Ιανουάριο ανήλθαν στα 4,681 δισ. ευρώ και παρουσιάζονται αυξημένες κατά 232 εκατ. ευρώ έναντι του στόχου. Οι κυριότερες αιτίες αυτής της απόκλισης είναι οι αυξημένες δαπάνες τόκων κατά 204 εκατ. ευρώ καθώς και οι αυξημένες αποδόσεις προς την ΕΕ κατά 141 εκατ. ευρώ σε σχέση με τον στόχο.

economistas.gr

article 1