Ακύρωσε διάταγμα δικαστηρίου για τράπεζες το Ανώτατο

Ακύρωση διατάγματος αποκάλυψης τραπεζικών στοιχείων κλειστής περίοδου 2013 και για άλλες τράπεζες από το Ανώτατο

Το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε διάταγμα αποκάλυψης που είχε εκδοθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας το 2020 για στοιχεία που αφορούσαν την κλειστή περίοδο του 2013 για την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου), την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε., την Astrobank και τη Eurobank Cyprus.

>>> Διαβάστε επίσης: Ανώτατο: Ακύρωσε διάταγμα αποκάλυψης τραπεζικών στοιχείων <<<

Το διάταγμα έχει ήδη ακυρωθεί από το Ανώτατο σε ότι αφορά την Τράπεζα Κύπρου στις 4 Ιουνίου. 

Στην απόφαση του Ανώτατου, ημερομηνίας 8 Ιουνίου, για την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) και την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε αναφέρεται ότι «είναι φανερό ότι αναγκαία προϋπόθεση για έκδοση διατάγματος αποκάλυψης στη βάση του άρθρου 45 (1) του Νόμου 188(Ι) /2007 είναι ο καθορισμός των υπό διερεύνηση αδικημάτων ενώ σύμφωνα με το άρθρο 46(2) του ιδίου Νόμου θα πρέπει το Δικαστήριο να πειστεί ότι υπάρχει εύλογη υποψία ότι συγκεκριμένα πρόσωπα τα διέπραξαν ή έχουν επωφεληθεί από τη διάπραξη των καθορισμένων αδικημάτων κ.ά.»

Σύμφωνα με το Δικαστήριο στην Ένορκη του Δήλωση, που συνοδεύει την ένσταση και στα άλλα γεγονότα που παρέθεσαν οι Καθ’ ων η Αίτηση, «το μόνο σχετικό στοιχείο που εντοπίζεται ως προς την κατ’ ισχυρισμό παράβαση από πλευράς Αιτητών είναι η παραβίαση της Εγκυκλίου».

Από το περιεχόμενο της ίδιας της Εγκυκλίου καθίσταται σαφές ότι αυτή εκδόθηκε στη βάση των προνοιών του Νόμου 138(Ι)/2002 και συγκεκριμένα του άρθρου 48(3), συνεχίζει η απόφαση.

«Σύμφωνα δε με το εδάφιο (4) του ιδίου άρθρου, που ακολουθεί αμέσως μετά, σε περίπτωση παράβασης οποιουδήποτε όρου λειτουργίας του συστήματος η Κεντρική Τράπεζα έχει εξουσία να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο», σημειώνεται.

Το Δικαστήριο επικαλείται υπόθεση του 2010 στην οποία «τονίζεται ακριβώς η νομική υπόσταση γενικά των Εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας, επισημαίνοντας ότι τυχόν παραβάσεις τους αποτελούν εσωτερικό θέμα μεταξύ της Κεντρικής Τράπεζας και των Εμπορικών Τραπεζών και συχνά επιβάλλονται διοικητικές κυρώσεις στις Τράπεζες που παραβιάζουν τους όρους».

«Στη βάση των πιο πάνω δεδομένων αν η πρόθεση του νομοθέτη ήταν όπως παραβίαση του περιεχομένου της Εγκυκλίου συνιστούσε επιπρόσθετα και ποινικό αδίκημα, θα προέβαινε σε ρητή νομοθετική ρύθμιση», αναφέρεται.

«Ούτε το άρθρο 65 στο οποίο παραπέμπουν οι Καθ’ ων η Αίτηση σε απάντηση των θέσεων των Αιτητών ποινικοποιεί την παραβίαση προνοιών της Εγκυκλίου», προστίθεται.

«Το άρθρο αυτό ποινικοποιεί την παραβίαση διατάξεων του συγκεκριμένου Νόμου 138(Ι)/2002 που τιμωρείται με φυλάκιση και/ή πρόστιμο», σημειώνεται.

«Το τι καθορίζει το άρθρο 48(3) του Νόμου 138(Ι)/2002, στη βάση του οποίου εκδόθηκε η εγκύκλιος, είναι το δικαίωμα της Κεντρικής Τράπεζας να αναστέλλει τη λειτουργία συστήματος πληρωμών ή συναλλαγών Τραπεζικού Ιδρύματος με την αποστολή επιστολής της προς αυτό. Δεν εντοπίζεται ρητή πρόνοια για απαγόρευση της Τράπεζας να παραβιάζει την απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας, ώστε να ενεργοποιούνται οι πρόνοιες του άρθρου 65 και η παραβίαση να συνιστά αδίκημα», αναφέρεται.

Την ίδια κατάληξη είχε και η υπόθεση των Astrobank και Eurobank που αφορά το ίδιο διάταγμα.  «Οι διαπιστώσεις μου και το σκεπτικό της πιο πάνω απόφασης ισχύουν πλήρως και στην παρούσα αίτηση και υιοθετούνται», αναφέρεται στην απόφαση την οποία εξέδωσε η ίδια Δικαστής, την ίδια ημερομηνία.

(ΚΥΠΕ)

 
13693