ΚΕΒΕ – ΕΡΕΥΝΑ: Το 2022 η οικονομική ανάκαμψη των επιχειρήσεων

Τι αναφέρουν τα αποτελέσματα μεγάλης πανευρωπαϊκής οικονομικής έρευνας των ευρωεπιμελητηρίων

Το ΚΕΒΕ συμμετείχε για μια ακόμα φορά στη μεγάλη Πανευρωπαϊκή Οικονομική Έρευνα των Ευρωεπιμελητηρίων για το Επιχειρηματικό Κλίμα στην Ευρώπη που διεξάγεται κάθε χρόνο το φθινόπωρο με τη συμμετοχή των Ευρωπαϊκών Επιμελητηρίων. Στην έρευνα συμμετείχαν περισσότερες από 52000 επιχειρήσεις σε 26 Ευρωπαϊκές χώρες και τα αποτελέσματα της ανακοινώθηκαν σήμερα.

Σύμφωνα με την έρευνα, οι επιχειρήσεις προσβλέπουν σε οικονομική ανάκαμψη για το 2022 σε αντίθεση με τις πολύ απαισιόδοξες προβλέψεις της περσινής έρευνας για το 2021. Όλοι οι δείκτες αναμένεται να είναι καλύτεροι, τροφοδοτώντας το συνολικό επιχειρηματικό περιβάλλον με θετικές προσδοκίες όσον αφορά την ταχύτητα της διαδικασίας ανάκαμψης.

Η 29η ετήσια έκδοση της οικονομικής έρευνας αντικατοπτρίζει μεν μια κοινή πεποίθηση για την ανάκαμψη από την πανδημία το 2022, αλλά θα πρέπει να τονισθεί ότι ενώ εισερχόμαστε σταδιακά σε μια νέα οικονομική φάση, οι άνευ προηγουμένου απειλές και οι αυξανόμενοι κίνδυνοι εξακολουθούν να αποτελούν πιθανότητα.

Επίσης δεδομένου ότι η αναντιστοιχία μεταξύ της προσφοράς και της ζήτησης σε παγκόσμιο επίπεδο αναμένεται να συνεχιστεί κατά τη διάρκεια του επόμενου έτους, οι  ανησυχίες σχετικά με τις πιθανές διαταραχές της αλυσίδας εφοδιασμού και τη μετατόπιση της συμπεριφοράς των καταναλωτών συνεχίζουν να υπάρχουν.

Οι επιχειρήσεις αναμένουν ότι η οικονομικά προσιτή πρόσβαση στην ενέργεια και τις πρώτες ύλες θα αποτελέσει τη μεγαλύτερη πρόκληση για το επόμενο έτος, παράλληλα με την αβεβαιότητα σχετικά με τις προσαρμογές της αγοράς εργασίας ως αποτέλεσμα των ελλείψεων ειδικευμένων εργαζομένων και της γενικής αύξησης του κόστους εργασίας.

Τα ευρήματα για την Κύπρο (όπου την τοπική έρευνα διεξήγαγε το ΚΕΒΕ) αν και βελτιωμένα σε σχέση με την περσινή περίοδο είναι σε γενικές γραμμές λιγότερο αισιόδοξα από αυτά των υπολοίπων χωρών και έχουν ως εξής:

Οι κυριότερες επιπτώσεις της πανδημίας για τις Κυπριακές επιχειρήσεις ήταν τα προβλήματα που προέκυψαν για τον τουρισμό από τους ταξιδιωτικούς περιορισμούς, τα προβλήματα που επέφεραν τα περιοριστικά μέτρα, οι αλλαγές στη συμπεριφορά των καταναλωτών, οι διαταραχές στην αλυσίδα εφοδιασμού και η δυσκολία στην αντιμετώπιση των δανειακών τους υποχρεώσεων.

Οι κυριότερες προκλήσεις που αναμένουν να αντιμετωπίσουν οι Κυπριακές επιχειρήσεις το 2022 είναι κατά σειρά προτεραιότητας το εργατικό κόστος, η έλλειψη εργατικού δυναμικού με τις κατάλληλες δεξιότητες, η πρόσβαση στη χρηματοδότηση, η συνεχής άνοδος των τιμών της ενέργειας και των πρώτων υλών, η ψηφιακή μεταμόρφωση τους και οι περιβαλλοντικές απαιτήσεις.

  • 24% των Κυπριακών επιχειρήσεων πιστεύουν ότι θα έχουν αυξημένες εγχώριες πωλήσεις το 2022 ενώ 46% πιστεύουν ότι οι πωλήσεις τους θα παραμείνουν στα ίδια επίπεδα. Αν και οι προβλέψεις είναι βελτιωμένες σε σχέση με τις περσινές εξακολουθούν να είναι χαμηλότερες του Ευρωπαϊκού μέσου όρου.
  • 45% των Κυπριακών επιχειρήσεων πιστεύουν ότι θα έχουν μειωμένες εξαγωγές το 2022 ενώ 31% πιστεύουν ότι οι εξαγωγές τους θα παραμείνουν στα ίδια επίπεδα. Και εδώ αν και οι προβλέψεις είναι βελτιωμένες σε σχέση με τις περσινές εξακολουθούν να είναι χαμηλότερες του Ευρωπαϊκού μέσου όρου.
  • 27% των Κυπριακών επιχειρήσεων πιστεύουν ότι θα έχουν αυξημένες ανάγκες σε προσωπικό το 2022 ενώ 56% πιστεύουν ότι δεν θα έχουν επιπρόσθετες ανάγκες σε προσωπικό. Το αποτέλεσμα αυτό είναι πολύ κοντά στον Ευρωπαϊκό μέσο όρο.
  • 29% των Κυπριακών επιχειρήσεων πιστεύουν ότι θα προβούν σε αυξημένες επενδύσεις το 2022 ενώ 48% πιστεύουν ότι οι επενδύσεις τους θα παραμείνουν στα ίδια επίπεδα. Το αποτέλεσμα αυτό είναι σχετικά χαμηλότερο από τον Ευρωπαϊκό μέσο όρο.
  • 33% των Κυπριακών επιχειρήσεων εκφράζουν περισσότερη αισιοδοξία για το 2022 ενώ 48% πιστεύουν ότι η αισιοδοξία τους θα παραμείνει στα ίδια επίπεδα, με το αποτέλεσμα να είναι πολύ κοντά στον  Ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Τα αποτελέσματα της πανευρωπαϊκής έρευνας δείχνουν σταδιακή ανάπτυξη που αναμένεται το 2022 όσον αφορά τόσο τις εθνικές όσο και τις εξαγωγικές πωλήσεις. Μετά από μια περίοδο που χαρακτηρίζεται από περιορισμούς της ζήτησης και προβλήματα στην αλυσίδα εφοδιασμού, η επανέναρξη των οικονομικών δραστηριοτήτων και η μείωση της αποταμίευσης των νοικοκυριών αναμένεται να αποτελέσουν τους μοχλούς της οικονομικής ανάκαμψης το 2022. Επιπλέον, οι επενδυτικές αποφάσεις, οι οποίες είχαν ανασταλεί προσωρινά ή αναβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της πανδημίας, πιθανότατα θα ωθήσουν τις Ευρωπαϊκές επιχειρήσεις προς μια ψηφιακή και πιο πράσινη μακροπρόθεσμη πορεία. Ως εκ τούτου, προκύπτει η ανάγκη για κατάλληλες και χωρίς αποκλεισμούς πολιτικές.

Η φετινή οικονομική έρευνα προσφέρει πολύτιμες πληροφορίες σχετικά με τους βασικούς τομείς παρέμβασης για τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής σε επίπεδο ΕΕ και σε εθνικό επίπεδο, ώστε αυτοί να οικοδομηθούν καλύτερα μετά την πανδημία. Με τη σταδιακή κατανομή των εθνικών ταμείων ανάκαμψης και ανθεκτικότητας, θα υποστηριχθεί η υιοθέτηση καινοτόμων και βιώσιμων επιχειρηματικών μοντέλων. Παράλληλα, η προώθηση και η εφαρμογή ψηφιακών και πράσινων δεξιοτήτων θα ενθαρρύνουν την ανταγωνιστικότητα στη νέα οικονομία. Η επίτευξη αυτού του στόχου θα απαιτήσει συνεχείς επενδύσεις στην έρευνα και την καινοτομία, σε συνδυασμό με ένα φιλικό προς τις ΜμΕ κανονιστικό πλαίσιο που θα υποστηρίζει καινοτόμες και βιώσιμες λύσεις στην υπηρεσία των επιχειρήσεων. Η εύρυθμη λειτουργία της ενιαίας αγοράς είναι εξαιρετικά σημαντική για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις και αποτελεί προϋπόθεση για το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα της Ευρώπης. Ως εκ τούτου, η ΕΕ και τα κράτη μέλη της πρέπει να ενισχύσουν τη διεθνή συνεργασία προκειμένου να διασφαλίσουν 
ότι τα οφέλη των συμφωνιών ελευθέρου εμπορίου θα φθάσουν στις ευρωπαϊκές ΜμΕ, στηρίζοντας έτσι το Ευρωπαϊκό σχέδιο ανάκαμψης.

Όσον αφορά τη διπλή μετάβαση, η προσέγγιση «Προτεραιότητα στις μικρές επιχειρήσεις» θα πρέπει να έχει πρωταρχική σημασία κατά την εξέταση του αντικτύπου των επικείμενων και των υφιστάμενων νομοθετικών πρωτοβουλιών. Οι μικρές επιχειρήσεις θα επηρεαστούν αναπόφευκτα από την ψηφιακή και περιβαλλοντική μετάβαση και, ως εκ τούτου, χρειάζονται ένα φιλικό προς τις ΜμΕ πλαίσιο για τη διευκόλυνση της υιοθέτησης νέων επιχειρηματικών μοντέλων.

Τα Ευρωεπιμελητήρια και τα εθνικά Εμπορικά και Βιομηχανικά Επιμελητήρια θα συνεχίσουν να στηρίζουν εντατικά τις επιχειρήσεις και τους επιχειρηματίες, ενθαρρύνοντας την εφαρμογή των προτεραιοτήτων πολιτικής που επισημαίνονται στην πανευρωπαϊκή έρευνα. Η ανάγκη ταχείας προσαρμογής και αντίδρασης στο επιχειρηματικό περιβάλλον μετά την πανδημία προκάλεσε την παράλληλη ανάγκη συντονισμένης ευρωπαϊκής αντίδρασης. Ο Πρόεδρος των Ευρωεπιμελητηρίων Christoph Leitl δήλωσε: «Καλούμε τους πολιτικούς ιθύνοντες της ΕΕ και των κρατών μελών να συνεργαστούν με το Ευρωπαϊκό δίκτυο Επιμελητηρίων, αναγνωρίζοντας τις άνευ προηγουμένου προσπάθειες που καταβλήθηκαν τα τελευταία δύο χρόνια και διασφαλίζοντας την εδραίωση της ανάκαμψης σε ένα πιο φιλικό προς τις επιχειρήσεις περιβάλλον.»

Ο Πρόεδρος του ΚΕΒΕ Χριστόδουλος Αγκαστινιώτης δήλωσε: «Τα πιο πάνω ισχύουν απόλυτα και στην περίπτωση της Κύπρου όπου η ανάγκη για τη διαφοροποίηση της οικονομίας μας και η υιοθέτηση ενός νέου επιχειρηματικού και επενδυτικού μοντέλου είναι επιτακτική. Ευελπιστούμε ότι στην κατεύθυνση αυτή η αποτελεσματική χρήση των πόρων του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας αλλά και της Πολιτικής Συνοχής 2021-2027 θα συμβάλουν αποφασιστικά ως επίσης και η εφαρμογή της μακροπρόθεσμης στρατηγικής για τη βιώσιμη ανάπτυξη «Όραμα 2035 Κύπρος».

Αυτό που χρειάζεται είναι να προχωρήσουμε χωρίς καθυστερήσεις και να κάνουμε αυτά που επιβάλλονται.

Το ΚΕΒΕ δηλώνει έτοιμο να συνεργαστεί με όλους για αντιμετώπιση των προκλήσεων και τη λήψη των αναγκαίων αποφάσεων και μέτρων για το καλό της οικονομίας και του τόπου.”
 

 
21619