Μόνο με συναίνεση των κοινοτήτων το Τοπικό Σχέδιο Ακάμα

Τι είπε ο πρόεδρος του κοινοτικού συμβουλίου Ινειας Γιάγκος Τσίβικος

Κανένα σχέδιο δεν μπορεί να εφαρμοστεί με επιτυχία, χωρίς τη συναίνεση και αποδοχή του από την τοπική κοινωνία, κάτι το οποίο επιβεβαιώνει και πρόσφατη πανεπιστημιακή έρευνα, αναφέρει σε ανακοίνωση ο πρόεδρος του κοινοτικού συμβουλίου Ινειας Γιάγκος Τσίβικος. Εκφράζει την άποψη ότι η έρευνα αποτελεί μια πολύ καλή βάση για τη διαχείριση του θέματος του Ακάμα, καθώς και οδικό χάρτη για την κυβέρνηση και τα αρμόδια υπουργεία και τμήματα, ενόψει της επικείμενης δημοσιοποίησης του Τοπικού Σχεδίου Ακάμα.

Οι αρχές των κοινοτήτων του Ακάμα, αναφέρει, αξιώνουν τη δημιουργία συνθηκών που θα φέρουν πραγματική ανάπτυξη και αναζωογόνηση της τοπικής οικονομίας, σε συνδυασμό με την προστασία του περιβάλλοντος.

Οι κοινότητες, σημειώνεται στην ανακοίνωση, ζητούν την αναθεώρηση του υφιστάμενου Τοπικού Σχεδίου Ακάμα, το οποίο θεωρούν πως κάθε άλλο παρά βιώσιμο είναι.

Ο Τσίβικος σημειώνει πως το ζητούμενο είναι να βρεθεί η κοινή συνισταμένη, ώστε περιβάλλον και άνθρωποι να ζουν αρμονικά, προσθέτοντας πως αναμένουν από την Κυβέρνηση να δώσει τέτοια κίνητρα στους ανθρώπους του Ακάμα, μέσα από τα οποία θα επιτυγχάνεται η προστασία της φύσης, αλλά και η διατήρηση του πληθυσμού της περιοχής. 

Κανένα σχέδιο δεν μπορεί να εφαρμοστεί με επιτυχία, χωρίς τη συναίνεση και αποδοχή του από την τοπική κοινωνία, κάτι το οποίο επιβεβαιώνει και πρόσφατη έρευνα των πανεπιστημίων East Anglia και European School of Political and Social Sciences (ESPOL), σύμφωνα με την οποία οι τοπικές κοινότητες είναι οι καλύτεροι διαχειριστές περιβαλλοντικά ευαίσθητων περιοχών”, αναφέρει περαιτέρω.

Προσθέτει πως όπως ανέδειξε η έρευνα, η εμπλοκή των τοπικών κοινοτήτων στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, η κατανόηση των αιτημάτων τους από την Πολιτεία, καθώς και η κοινωνικοοικονομική τους ενδυνάμωση, αποτελούν την πιο βιώσιμη μέθοδο για τη μακροπρόθεσμη προστασία ευαίσθητων περιοχών.

Η ερευνητική ομάδα συνέχισε, έφθασε σε αυτό το συμπέρασμα μελετώντας τα αποτελέσματα από 169 τοπικά σχέδια προστασίας του περιβάλλοντος σε όλο τον κόσμο, από τα έργα αποκατάστασης εθνικών δασών στην Ταιβάν, μέχρι τα έργα βιώσιμης αλιείας στη Νορβηγία, τη διαχείριση της πανίδας στη Ζάμπια και τη διατήρηση υγροτόπων στην Γκάνα.

 Όπως διαπίστωσαν οι ερευνητές, σημειώνει, στις περιπτώσεις όπου το 56% των περιοχών βρισκόταν υπό την επιτήρηση των τοπικών κοινοτήτων, καταγράφηκαν θετικά αποτελέσματα, τόσο όσον αφορά την ανθρώπινη ευημερία όσο και για την προστασία του περιβάλλοντος.

Αντίθετα, σε περιοχές οι οποίες βρίσκονταν, όπως είπε, υπό καθεστώς «εξωτερικής» επιτήρησης, μόνο στο 16% παρατηρήθηκαν θετικά αποτελέσματα, ενώ σε περισσότερο από το ένα τρίτο αυτών των περιοχών, δημιουργήθηκαν συγκρούσεις μεταξύ του τοπικού πληθυσμού, κυβερνήσεων και περιβαλλοντικών οργανώσεων, οι οποίες οδηγούν κατ’ επέκταση σε αρνητικές επιπτώσεις σε κοινωνικοοικονομικό επίπεδο.

Στα συμπεράσματά τους, τόνισε, οι ερευνητές αναφέρουν ότι «οι άνθρωποι που ζουν πιο κοντά σε προστατευόμενες περιοχές είναι πολλές φορές περιθωριοποιημένοι. Οι συνθήκες διαβίωσής τους πολύ συχνά οδηγούν σε διαφωνίες, πόλωση και συγκρούσεις με την κυβέρνηση και άλλα ενδιαφερόμενα μέρη. Αντίθετα, η εμπλοκή τους στη λήψη αποφάσεων και η κοινωνικοοικονομική ενδυνάμωσή τους προωθεί την ενασχόλησή τους με την προστασία του περιβάλλοντος». 

Παράλληλα τονίζεται ότι με την κατάλληλη υποστήριξη από τις κυβερνήσεις, μέσω αποτελεσματικών πολιτικών που αναγνωρίζουν τις ανάγκες των ανθρώπων, οι τοπικές κοινότητες μπορούν και πρέπει να βρεθούν στο τιμόνι των προσπαθειών για την προστασία του περιβάλλοντος. Σε αντίθετη περίπτωση, η αφαίρεση από τους κατοίκους, του δικαιώματος ιδιοκτησίας και διαχείρισης γης που βρίσκεται σε προστατευόμενες περιοχές, δημιουργεί αρνητικό αντίκτυπο στις προσπάθειες για προστασία τους.

Ο κ. Τσίβικος αναφέρεται στην ανακοίνωση του και στον Δρ. Neil Dawson, συντονιστή της έρευνας και καθηγητή Διεθνούς Ανάπτυξης στο πανεπιστήμιο East Anglia, που σχολίασε ότι, «η εν λόγω μελέτη δείχνει πως είναι καιρός να επικεντρωθούμε στο ποιος προστατεύει τη φύση και με ποιο τρόπο, αντί να σκεφτόμαστε πόσο ποσοστό της γης θα περιφράξουμε».  

(ΚΥΠΕ)

 
17561