Oι «πλούσιοι» που θα πληρώσουν τις δημόσιες δαπάνες Μπάιντεν

Το να κερδίζεις 400.000 δολάρια τον χρόνο ή ίσως 10 εκατομμύρια δολάρια σε καθιστά πλούσιο;

Σύμφωνα με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν, το να κερδίζεις 400.000 δολάρια τον χρόνο σε καθιστά πλούσιο. Ή ίσως 10 εκατομμύρια δολάρια, αν λάβει κανείς υπ’ όψιν την υπόσχεση ότι οι πλούσιοι θα πληρώσουν το δίκαιο μερίδιό τους σε φόρους προκειμένου να βοηθήσουν στη χρηματοδότηση του νέου νομοσχεδίου δημοσίων δαπανών των Δημοκρατικών.

Για τους περισσότερους Αμερικανούς, οποιοσδήποτε από τους δύο αριθμούς ακούγεται γελοία υψηλός. Το μέσο οικογενειακό εισόδημα το 2020 στις ΗΠΑ ήταν 67.521 δολ. Εάν το εισόδημα το οποίο κατατάσσει κάποιον στο κορυφαίο 10% του πληθυσμού τον καθιστούσε πλούσιο, τότε το μέσο νοικοκυριό θα κέρδιζε περίπου 200.000 δολ., πολύ κάτω από οποιοδήποτε από τα δύο "όρια".

Σχετικότητα

Φυσικά, τα πάντα είναι σχετικά. Το πόσο πολλά σημαίνει το εισόδημα του νοικοκυριού ενός εκάστου εξαρτάται από το μέγεθος του νοικοκυριού και τον τόπο διαμονής του. Είναι όμως ακριβώς αυτή η σχετικότητα που δείχνει το παράλογο της υπόσχεσης ότι οι πλούσιοι θα πληρώσουν το μερίδιο τους.

Όχι μόνο η υπόσχεση ακούγεται τιμωρητική (και δεν είναι αυτός ο σκοπός της φορολογίας), μα είναι και εντελώς μη ρεαλιστική. Ο πλούτος είναι αδύνατο να προσδιοριστεί με ακρίβεια και να υπόκειται σε πολιτική χειραγώγηση. Οι δημόσιες δαπάνες για τις οποίες μιλούμε είναι τόσο μεγάλες, που τελικά όλοι θα πληρώσουν το μερίδιό τους - ακόμη και εκείνα τα νοικοκυριά της "μεσαίας τάξης" που κερδίζουν ακόμη και τα (όχι και τόσο "ταπεινά") 200.000 δολάρια.

Εάν υπάρχει μία σταθερά σε όλη τη διάρκεια αυτού του σήριαλ των νομοσχεδίων περί δημοσίων δαπανών στις ΗΠΑ, αυτή είναι η υπόσχεση ότι μόνο οι πλούσιοι θα πληρώσουν γι' αυτά. Κι ο Μπάιντεν έχει σταθεί συνεπής ότι με τον όρο "πλούσιος" εννοεί τον έχοντα ετήσιο εισόδημα άνω των 400.000 δολαρίων.

Η τελευταία έκδοση του Build Back Better περιέχει φόρους επί του εισοδήματος από επενδύσεις για άτομα τα οποία κερδίζουν περισσότερες από 400.000 δολ. Υπάρχουν ορισμένοι νέοι φόροι εισοδήματος σε άτομα με υψηλό εισόδημα, που πλέον ορίζονται ως άτομα που κερδίζουν περισσότερα από 10 εκατομμύρια δολάρια ετησίως.

Αυξάνει όμως επίσης την έκπτωση του πολιτειακού και τοπικού φόρου (SALT) στις 80.000 δολ. Αυτό είναι το πιο ακριβό στοιχείο του νομοσχεδίου, το οποίο εκτιμάται ότι θα κοστίσει 275 δισεκατομμύρια δολάρια τα επόμενα πέντε χρόνια. Αυτή είναι μια μεγάλη μείωση φόρων, η οποία ωφελεί κυρίως τα υψηλά εισοδήματα. Η Επιτροπή για έναν Υπεύθυνο Προϋπολογισμό εκτιμά ότι το 98% αυτών των χρημάτων πηγαίνει σε εργαζόμενους με εξαψήφιο εισόδημα, με το 23,5% να πηγαίνει σε νοικοκυριά που κερδίζουν περισσότερα από 500.000 δολάρια.

Κατηγοριοποίηση

Αν και σίγουρα όλοι μπορούν να συμφωνήσουν ότι εισπράττει κανείς υψηλές απολαβές εάν κερδίζει 10 εκατομμύρια δολάρια τον χρόνο, για τους περισσότερους ανθρώπους η εισοδηματική κατηγοριοποίηση είναι πιο υποκειμενική.

Ένα νοικοκυριό με τρία παιδιά που κερδίζει 200.000 δολ. σε μια παράκτια πόλη μπορεί να αισθάνεται μεγαλύτερο οικονομικό άγχος από ένα και μόνο άτομο στο Boise του Αϊντάχο, το οποίο κερδίζει 50.000 δολ. Πίσω στο 2016, οι Δημοκρατικοί όριζαν το όριο των υψηλών αποδοχών στα 250.000 δολάρια, ποσό το οποίο τοποθετούσε ένα νοικοκυριό κοντά στο κορυφαίο 5%.


Κάθε όμως φορά που ένα εξαψήφιο ποσό ορίζεται ως υψηλό εισόδημα, μας υπενθυμίζεται γρήγορα ότι εάν ζει κανείς σε μια ακριβή πόλη όπως η Νέα Υόρκη ή το Σαν Φρανσίσκο, μεταξύ ιδιωτικών σχολείων και κατοικιών, αυτά τα χρήματα πραγματικά δεν σε πηγαίνουν και πολύ μακριά. Ο Μπάιντεν λαμβάνει μεγάλη υποστήριξη από παράκτιες πόλεις με υψηλό κόστος διαβίωσης, γι' αυτό ίσως οι "πλούσιοι" μόλις επαναπροσδιορίστηκαν πάνω από το όριο των 400.000 δολ. ετησίως.

Σίγουρα, το επιχείρημα ότι τα 250.000 δολ. δεν είναι αρκετά ακούγεται τρελό και "κουφό" στους περισσότερους ανθρώπους - ειδικά στα μισά νοικοκυριά των ΗΠΑ που κερδίζουν λιγότερα από 67.521 δολ τον χρόνο. Εξάλλου, πράγματα όπως τα ιδιωτικά σχολεία και τα γεύματα σε εστιατόρια είναι πολυτέλειες τις οποίες πολλοί Αμερικανοί έχουν συνηθίσει να στερούνται. Ωστόσο υπάρχει κάποια βάση στην ιδέα. Πολλές θέσεις εργασίας βρίσκονται σε πολιτείες με υψηλή φορολογία και πληρώνουν υψηλότερους μισθούς εξαιτίας αυτού, ενώ ο φορολογικός κώδικας δεν συνυπολογίζει πλήρως το υψηλότερο κόστος ζωής.

Ανόητη άσκηση

Ανεξάρτητα από το πού ζει κανείς, το να επιλέγει κάποιος ένα επίπεδο εισοδήματος και να αποκαλεί κάποιον άλλο πλούσιο χρησιμοποιώντας το ως "όριο" είναι μια ανόητη άσκηση. Πρώτα απ' όλα, μπερδεύει τον πλούτο με το εισόδημα. Ορισμένοι από τους υψηλόμισθους εξακολουθούν να ζουν πάνω από τις δυνατότητές τους και δεν διαθέτουν μεγάλο πλούτο. Ένα έτος εισοδήματος επίσης δεν αποκαλύπτει πολλά. Οι οικονομικές αποφάσεις βασίζονται συνήθως στα εισοδήματα μιας ολόκληρης ζωής ή τουλάχιστον στο μέσο εισόδημα για μερικά συναπτά έτη.

Για τους περισσότερους ανθρώπους, τα εισοδήματα κορυφώνονται κοντά στα 50 τους, δηλαδή ακριβώς την περίοδο που πληρώνουν για το πανεπιστήμιο των παιδιών τους, τη φροντίδα των ηλικιωμένων γονέων τους και που αρχίζουν να ασχολούνται σοβαρά με την αποταμίευση για τη συνταξιοδότηση τους (αν και υπάρχουν φορολογικές ελαφρύνσεις για όλα τα παραπάνω).

Το να "κυνηγάς" τα υψηλά εισοδήματα με πολλούς τρόπους είναι στην πραγματικότητα απλώς στοχοποίηση ατόμων στα τέλη της μέσης ηλικίας. Και δεν είναι μόνο το κορυφαίο 5%. Μια μελέτη εκτιμά ότι το 36% των Αμερικανών θα βρεθεί στο κορυφαίο 5% του εισοδήματος τουλάχιστον έναν χρόνο της ζωής του, ενώ το 11% θα βρεθεί στο κορυφαίο 1%. Συχνά ένας άνθρωπος θα κερδίσει αυτό το ποσό μόνον για ένα ή δύο χρόνια στην καριέρα του. Μόνο το 3,7% των Αμερικανών κερδίζει 250.000 δολ. ή περισσότερα για 10 συνεχόμενα χρόνια και μόλις το 0,6% διαθέτει εισοδήματα που το κατατάσσουν στο κορυφαίο 1% - περίπου 500.000 δολ. και άνω - για 10 χρόνια.

Αυτοί που θα πληρώσουν για όλα απλώς... δεν υπάρχουν

Εάν ο στόχος είναι το να επιβάλει κανείς στους πλούσιους υψηλότερους φόρους εισοδήματος, οι κανόνες θα πρέπει να αφορούν το υψηλό εισόδημα κατά τη διάρκεια του συνόλου του εργασιακού βίου ή τουλάχιστον για τα προηγούμενα πέντε χρόνια, αντί για ένα μόνον έτος. Δεν πρέπει να τιμωρεί κανείς άτομα που έχουν μεταβλητό εισόδημα από έτος σε έτος.

Ο καθορισμός του ποιος είναι πλούσιος αποσπά την προσοχή από το πολύ μεγαλύτερο ζήτημα. Το πρόβλημα είναι η υπόσχεση ότι "οι πλούσιοι" θα πληρώσουν για τα πάντα.

Το πραγματικό κόστος του Build Back Better - υποθέτοντας ότι όλα τα προγράμματα δημοσίων δαπανών (τα οποία οι Δημοκρατικοί ισχυρίζονται ότι θα είναι πολύ δημοφιλή) θα γίνουν μόνιμα - είναι σχεδόν 5 τρισεκατομμύρια δολάρια σε 10 χρόνια και αυτό το επίπεδο δαπανών θα μπορούσε να συνεχιστεί επ' αόριστον.

Αυτό έρχεται επιπλέον των δαπανών για την Κοινωνική Ασφάλιση και το Medicare, αφού αυτά τα προγράμματα εξαντλήσουν τα κεφάλαια καταπιστεύματός τους. Το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κογκρέσου εκτιμά ότι το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ θα ανέλθει περίπου στο 200% του ΑΕΠ μέσα στα επόμενα 30 χρόνια, ακόμα και χωρίς να συνυπολογιστούν τα νέα βάρη που θα σωρεύσει το Build Back Better. Και τα πράγματα θα μπορούσαν να γίνουν πολύ χειρότερα εάν τα επιτόκια αυξηθούν και η εξυπηρέτηση του χρέους καταστεί μεγαλύτερο βάρος. Ανεξάρτητα από το πώς τους ορίζει κανείς, απλώς δεν υπάρχουν αρκετοί "εισοδηματίες" για να πληρώσουν για τα πάντα.


capital.gr

Allison Schrager